Μίλα ρε, τι σου ζητάνε;

siopiΠοιός ζει τη ζωή μου όταν εγώ λείπω; Ποιός παίρνει τις αποφάσεις- έτσι δεν είναι οι ελεύθεροι; όταν εγώ ΥΠΕΡ- απασχολούμαι με αυτό που μου επιβάλλεται ως πραγματικότητα;

Εκείνο το παιδί που σήκωσε το χέρι για να ζητήσει άδεια από τη δασκάλα για να πάει να κατουρήσει. Να πάει να κλάψει ήθελε, δεν το άφησε. Δε μίλησα.

Εκείνος ο συμφοιτητής που κοβόταν συνέχεια στα μαθήματα του πανεπιστημίου, γιατί δεν ήταν ΔΑΠίτης και φώναζε. Να κλάψει ήθελε. Δε μίλησα.

Τη φίλη μου, την έδερνε ο άντρας της. Κι εκείνη έδερνε το παιδί της. Έκλαιγαν όλοι μαζί. Δε μίλησα.

Τον φίλο που απολύθηκε “γιατί έτσι”. Έκλαψε. Δε μίλησα.

Ούτε όλοι αυτοί, μίλησαν. Κι εγώ όταν αδικούμαι, μιλάν οι πληρωμένοι αδρά, δικηγόροι, κανείς άλλος. Κι όταν μιλάνε οι δικηγόροι, κάτι κακό θα συμβεί. Εν ονόματι του νόμου.

ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΝΕΑ ΚΙ ΟΙ ΦΩΤΙΣΜΟΙ: «Παπάς βιάζει τα παιδιά του» – περάστε κόσμε, ο διάβολος μόνιμα άνεργος δεν είχε δουλειά, γαμάει τα παιδιά του. Λαθρομετανάστες πνίγονται δυο βήματα από εδώ για να μην ψοφήσουν τρία βήματα πιο κει, εμείς γεμίζουμε τα μπαρ με ενοχή, ή την ενοχή με τα μπαρ.

Κατά τα άλλα, η ζωή είναι ωραία, μήτε ελπίδα, μήτε φως. Μόνο που λες “πόλεμος”, αρχίζει η μάχη. Και λες και “εμφύλιος” από μπροστά, σα δε ντρέπεσαι. Θαρρείς εσένα η μάνα σου δεν πόνεσε για να σε βγάλει;

Δε μιλάς; Δε μιλούσα…

Μιλάω όμως τώρα, μαζί σου και με εσένα. Κάνω ότι ξέρω, πως γνωρίζω.

Παριστάνω πως έχω συναίσθηση της πραγματικότητας. Μετράω νούμερα και ποσοστά και στατιστικές. Εκλογικεύω-τόσο ώστε να μη φανώ παράλογη, στρατολογώ τις στρατηγικές της σκέψης μου.

Να, εδώ είναι ο λυρισμός, εδώ και το “μαχαίρι που κάποτε έμπαινε βαθιά” και τα σερβίρω στο καφενείο των εγκεφάλων. Να αναμασήσουμε όλοι μαζί σαν καλά παιδιά το χόρτο που μας σερβίρουν.

Δε μιλάς; Μιλάω. Μιλάω και λέω πως τρέμω τους φασίστες. Λέτε: “σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ”. Κλαίω και φοβάμαι και τρέμω σαν το ψάρι. Και συ, μπροστά στο μαχαίρι, θα έτρεμες.

Κλαίω, ματώνω και φοβάμαι μπροστά στο παράλογο. Λέω πως τρέμω και τους αντιφασίστες. Έλεγα κι έκλαιγα και να, δυστυχώς, επιβεβαιώθηκε. Όπως κάθε φόβος οφείλει να πραγματωθεί ως σκέψη και μετέπειτα ως πραγματικότητα. Μετά φοβήθηκα και τους “γιατί δε μιλάς”; Γιατί δεν παίρνεις θέση; Και που να πάω; Δε χωράμε τόσες απόψεις, ρε μάστορη. Η θέση μου είναι στο καλό, στο κουράγιο, στην ειρήνη. Στο βλέμμα ενός σκύλου που πέρασε και σήμερα το δρόμο και δεν έγινε κομματάκια από τα διερχόμενα οχήματα, που λένε και στο δελτίο των οχτώ.

kravgi

Από ενδοσιωπή, πώς πάμε;

Δεν είμαι καλός άνθρωπος, δεν θα υπήρχε νόημα, άλλωστε. Δεν την ξέρω τη λύση. Δεν έχω αντιπρόταση. Δεν έχω καν κότσια. Μάλιστα, εσένα με την υπερτροφική άποψη, σε οικτίρω και βαθιά μέσα μου σε χλευάζω. Γενικά, με τα ταπεινά χαμομηλάκια που παίρνουν “θέση μάχης επί παντός”… δεν. Δεν, ρε. Πώς το λένε; Εσένα με την πλήρη ενημέρωση: λυπάμαι τη γυναίκα σου, που είναι αχάιδευτη. Τουλάχιστον. Σε φαντάζομαι με την εφημερίδα ή το τάμπλετ στη χέστρα να… ενημερώνεσαι βαθιά, και ύστερα να μου σερβίρεις αχνιστές απόψεις πριν καν πλύνεις πρώτα τα χέρια σου.

Μούρλια τα περνάμε.

Από ενδοσιωπή, πώς πάμε; Για αυτογνωσία, καλά πάω; Από Σφίγγα (Vespa), ξέρεις, ή τσάμπα πίνεις;

-”Μαλάκα, τι κάνεις; Είσαι καλά;” -” Όχι, αλλά έχω άποψη. Ενημερωμένη και βασταγερή, λοιπόν, άκου:…” Προσπάθησα. Να γίνω καλός άνθρωπος. Τι λέω; Ήμουν. Ώσπου δεν άντεξε στο τέλος το μυαλό μου-πήρε ανάποδες στροφές-ίσως και ανάποδες Τροφές.

H Χάϊντυ ενηλικιώθηκε και παίζει σε ταινία κάτι ανάμεσα σε σκληρό πορνό και θρίλερ. Μετά βρήκα μια θαυμάσια δικαιολογία: “ότι εγώ πρέπει να σώσω – θαρρώ πως το ορθόν είναι μόνον εγώ, τον Κόσμο”.

Φταίει και ο γραφιάς – δεν μπορεί, την Ασκητική ο Καζαντζάκης μόνος του την έγραψε, η Μούσα θα ‘χε πάει παρέκει και θα κουνούσε αποδοκιμαστικά το κεφάλι της, σαν τον Αυλωνίτη (-”ορέ που πάμε, ορέ”-).

Μπα, φίλε μου, φλου, όλα είναι φλου. Πέσαν να με φάνε ως μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά. Συνάνθρωποι,ρε.

Τι ποιός; Έπεσε να με φάει ο ανθρωπάκος που δεν άκουγε (Άκου ανθρωπάκο). A propos, θυμάμαι του Βίλχελμ Ράϊχ, το …: “Αναρωτήθηκες τι θα πει ο γείτονάς σου ή αν θα σου κοστίσει σε χρήματα η τιμιότητά σου;” Και συνέρχεται το αταξικό πουλί της νιότης μου.

Βάλθηκα με σκοπό και ζήλο να φανερώσω στον κόσμο την πραγματική του εικόνα. Στην αρχή, αντιστρέφοντάς την, ανάλογα. Μετά έφαγα τις μπούφλες μου και συνήλθα, έτσι τώρα αντανακλώ ό,τι βλέπω. Και ‘κείνοι άλλωστε, δεν έχω παράπονο. Γι’ αυτό τα βλέπουμε όλοι σκατά. Το λένε Συντονισμό, θείο. Έτσι λοιπόν, μιλάμε. Γιατί έχουμε δίκιο. Γιατί είμαστε γαμημένα -δικαιολογημένα – αδικημένοι νοικοκυραίοι, ρε ποντικαρά, εμείς οι αρουραίοι.

Μιλάμε, με σύμμαχο το νόμο. Πες: Ννννό-μος. Μπράβο. Γιατί τον χρειάζεσαι. Τώρα με τον αντιρατσιστικό; Τέλεια θα περνάμε. Απελευθέρωση. Δε θα μου ζητάν και χαρτιά για πεντιγκρί-μόνο τσιπάκι και τεστ Παπ, δεν το συζητώ.

Κλείνω- και απορώ ΓΑΤΙ, με ένα απόσπασμα από το αυτοβιοΓΡΑΦΙΚΟ –όσο δεν πάει του Μπουκόφσκι, όπου ο πατέρας του… (“και ποιος δε θέλει να σκοτώσει τον πατέρα του;”-”Αδερφοί Καραμαζώφ”) του λέει:

-”Αν σε κατεβάσω ΤΩΡΑ από το αμάξι, τι σκατά θα κάνεις στη ζωή σου;” -” Θα κυνηγάω πεταλούδες”. Απάντησε ο μέγιστος Τσαρλς. Και δεν εννοούσε τις “πεταλούδες” κανενός εγκληματία. Νιάου.

ΥΓ.  ”Τοστ Ζαμπόν”-Τσαρλς Μπουκόφσκι– χάλια μετάφραση, γι’ αυτό δεν αναφέρω εκδοτικό οίκο.

That’s all, folks

Κείμενο: Η Γάτα (Πρόκειται για πραγματικό πρόσωπο και συγγραφέα)

Πηγή: kissmygrass.gr

Advertisements

One thought on “Μίλα ρε, τι σου ζητάνε;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s