Ρούχα από δεύτερο χέρι ή shopping therapy;

– “Περάσανε οι καιροί που βγαίναμε Κολωνακιώτικα και φορτωνόμαστε τσάντες φιλενάδα!”. Μ’ αυτήν την γλυκόπικρη δήλωση, αντί για καλησπέρα, και σπρώχνοντάς μου την εξώπορτα, αριβάρισε σπίτι προχθές το απόγευμα μια φίλη.

Μια φίλη που κάποτε την έλεγα “νεόπλουτη”, με την τζιπάρα, το εξοχικό και το μανικο-πεντικιούρ της, και που τώρα έγινε “νεόπτωχη”, όπως θα την περιέγραφε ίσως ο πρόσφατος ετυμολογικός όρος που ξεφύτρωσε στις μέρες μας. Μαζί με το ΔΝΤ και την ΕΕ και ένα σωρό άλλα.

Θα ήταν εντελώς περιττό φυσικά να της θυμίσω ότι ΕΚΕΙΝΗ ήταν που ψώνιζε και φόρτωνε τις κάρτες της με ό,τι θεωρούσε εκλεκτότερο και πιο φιγουρατζίδικο εκείνον τον καιρό. Τον καιρό που λέει ότι “πέρασε”. Καθότι εγώ, χαμηλο-μισθοσυντήρητη, δεν είχα προλάβει να αποκτήσω “κακές συνήθειες”. Ή μήπως τις είχα κι εγώ καλά – καλά, δεν θέλω να το παραδεχτώ όμως;

Πάντως η φίλη μου, μια χαρά φορτωμένη ήταν πάλι. Τα διάφορα τσαντικά, κατάκλυσαν τον έναν καναπέ μου, εντελώς. Εγώ τα κοιτούσα με το ύφος της γάτας που θέλει να ξεκάνει το ποντίκι κι εκείνη περιέγραφε τη δύσκολη εβδομάδα της με δυο παιδιά στην εφηβεία, σκύλο που ήθελε στείρωση και πεθερά που ετοίμαζε τα μπογαλάκια της για τον άλλο κόσμο, πλην όμως δεν ξεκουμπιζότανε κιόλας.

Με τον κατακλυσμό των ειδήσεων – που δεν με αφορούσαν και άμεσα δηλαδή -, έσυρα τα βήματά μου για την κουζίνα, για τους διπλούς καφέδες. Σίγουρα διπλοί. Τα βάσανα των ανθρώπων, ΑΝ τα θεωρήσουμε βάσανα δηλαδή, δεν έχουν εύκολο τελειωμό. Καλύτερα να βγάλω τις μεγάλες κούπες.

Ακουμπά στον πάγκο δίπλα μου και σκύβει στο αυτί μου συνωμοτικά, λες κι είμαστε κακούργοι στης φυλακής τα σίδερα κι ετοιμάζουμε απόδραση. Πόσες ταινίες την ημέρα βλέπει;

– “Σου έφερα μερικά πράγματα», λέει σχεδόν ψιθυριστά, αλλά πάντως εγώ την ακούω μια χαρά κι ας ανακατεύω τη ζάχαρη – στον δικό μου καφέ, ο δικός της είναι πάντα σκέτος, μην πάρει κανένα γραμμάριο και πρέπει να πληρώσει έξτρα ώρες στο γυμναστήριο για να το χάσει!

– “Μην το πάρεις στραβά”, τρέχει να προφτάσει έναν αντίλογο που δεν είχα καν ξεκινήσει να κάνω, “αλλά να, δεν μου χρειάζονται και ίσως μερικά να μην μου κάνουν κιόλας, είναι κι ένα – δυο κομμάτια που τα πήρα επειδή ήταν όσο να πεις ωραία στη βιτρίνα, και σκέφτηκα πως ίσως δεν είναι σωστό να μένουν στη ντουλάπα μου μέρες που είναι …”.

Δεν καταλάβαινα κι εντελώς πού το πήγαινε, αλλά πάντως, ως γυναίκα κι εγώ, ψοφούσα να πάω να δω τι είναι αυτά που έχει κουβαλήσει. Και είδα… Ο δεύτερος καναπές μου κατακλύστηκε από όσα βγήκαν από τις σακούλες. Οι δυο μας στεκόμασταν στη μέση και πιάναμε πότε το ένα και πότε το άλλο. Μερικά, ομολογουμένως, ακόμη και για την δική μου συντηρητική αισθητική, ήταν υπέροχα κομμάτια. Κι άντε να τα είχε φορέσει τρεις – τέσσερις φορές το καθένα. Αλλά δεν κρατήθηκα, τα σχόλια ήταν θαρρείς πίσω από τη γλώσσα μου (που είναι έως και φαρμακερή μερικές φορές – το παραδέχομαι), και είναι – πώς να το κάνουμε – πολύ ωραίο να σχολιάζεις, έτσι ή αλλιώς, αυτό που κάποιος άλλος έχει ήδη (χρυσο)πληρώσει!’

– “Καλά βρε παιδί μου, αυτό το μπλουζάκι το καναρινί, τι το ήθελες και το πήρες; Πάει το καναρινί στις καταμελάχρινες, όπως είσαι εσύ;” Τελευταία στιγμή μάζεψα το δεύτερο κοσμητικό επίθετο που απειλούσε να ξεχυθεί από το στόμα μου.

– “Είχα εκείνο το καφέ μαροκέν παντελόνι και φαντάστηκα ότι θα το φώτιζε λιγάκι”, ήρθε η ξέψυχη απάντησή της.

Αλλά το καναρινί μερινός πλεκτό, που απ’ ότι μου εξομολογήθηκε την έτσουξε στην αγορά του, προφανώς ούτε το καφέ μαροκέν φώτισε, ούτε εκείνη την ίδια να μην ξανα-απλώσει το κουλάκι της σ’ αυτό το χρώμα. Γιατί υπήρξε και δεύτερο κομμάτι, σε ελαφρώς παρόμοια απόχρωση. Και απλώθηκαν και τα δύο πάνω στον μπεζουλί καναπέ μου, να δείχνουν ακόμη χειρότερα απ’ ότι στην πραγματικότητα ήταν.

Άπλωσα το χέρι μου σε ένα φωτεινό πράσινο παντελόνι, τουλάχιστον δύο νούμερα μικρότερο απ’ αυτό, που μια συνετή γυναίκα θα αγόραζε εάν είχε τις καμπύλες της, αυτές τις καμπύλες που εγώ τουλάχιστον έβρισκα θηλυκές κι εκείνη εντελώς ενοχλητικές.

– “Αυτό τώρα, γιατί το πήρες;”

– “Έκανα εκείνη την θαυματουργή αμερικάνικη δίαιτα και αν την συνέχιζα θα έχανα άλλα επτά κιλά και θα μου ερχόταν γάντι!”. Θιγμένη. Όχι, εξ αιτίας του σχολίου μου, αλλά εξ αιτίας της πολλοστής αποτυχίας της να μοιάζει με ανορεξικό μοντέλο.

– “Και γιατί δεν το θες τώρα;”

– “Γιατί δεν συνεχίζω την δίαιτα και θα περάσει η μόδα του μέχρι να καταφέρω να κουμπώσω το φερμουάρ του! Γιατί να κάθεται στη ντουλάπα μου, ενώ μπορεί μια χαρά να προστεθεί στη δική σου;”

– “Επειδή η δική μου είναι όλη κι όλη τέσσερα φύλλα, ενώ εσύ έχεις ολόκληρο δωμάτιο γι’ αυτόν τον σκοπό!”

– “Είπαμε, αλλάξανε οι καιροί. Αυτό που εμένα μου περισσεύει, εσένα μπορεί να σου είναι απαραίτητο. Το φωνάζουν από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, που ζεις;”

Προφανώς εγώ ζω εδώ, στην ταλαιπωρημένη Ελλαδίτσα μας, αυτή ζούσε στο Α Κενταύρου τόσα χρόνια, αλλά δεν είναι η ώρα της ψυχανάλυσης, σωστά;

Κάπως έτσι, καμιά δεκαριά ωραιότατα κομμάτια προστέθηκαν στην συλλογή μου, που ομολογουμένως ήθελε μια γερή ανανέωση από πρόπερσι, αλλά σαφώς δεν είχα την δυνατότητα να την προσφέρω στον εαυτό μου.

Εκείνη έφυγε, συντομότερα απ’ ότι θα ήθελα, αφού ο σκύλος – που – χρειαζόταν – στείρωση ήθελε και ψυχολογική υποστήριξη, ικετεύοντάς με να μην θεωρήσω την κίνησή της ως αγενή ελεημοσύνη, και να φροντίσω να χαρώ όσο περισσότερο γίνεται τα δώρα μου, έστω κι αν αυτά ήταν από δεύτερο χέρι.

Εγώ πάλι, την χαρά την είχα. Δεν είναι και λίγο να σου χαρίζουν μια μικρή περιουσία. Ιδίως, όταν την έχεις ανάγκη. Τα δοκίμαζα το ένα μετά το άλλο, παλεύοντας να αποφασίσω ποιο θα στενέψω, ποιο θα κοντύνω, ποιο θα φορέσω με τι. Σαν παιδί που ανοίγει τα δώρα των Χριστουγέννων! Τι κι αν μια ζακέτα της είχε χνουδιάσει ελαφρώς; Τι κι αν το ντεκολτέ μιας υπέροχης μαύρης μπλούζας της ήταν πολύ βαθύ για να το φορέσω στο γραφείο; Θα του έβαζα μια δαντελίτσα και θα το συμμάζευα λιγάκι. Χαράς το πράγμα!

Εμένα, καθόλου δεν με πείραζε αυτό το “δεύτερο χέρι”. Είχα μεγαλώσει με ρούχα από δεύτερο (και τρίτο ίσως) χέρι, αυτά που φορούσε η ξαδέλφη μου η Κική, μετά η αδελφή της η Ιωάννα και κατέληγαν σε εμένα ύστερα από έξη χρόνια και με ένα σωρό μεταποιήσεις πάνω τους. Αλλά τότε, στα δικά μου μάτια, φαίνονταν ολοκαίνουργια, ιδίως αν δεν είχαν εκείνο το αντιπαθητικό ροζ χρώμα που ήταν τότε της μόδας. Αγκάλιασα λοιπόν την χνουδιασμένη ζακέτα. Τη μύρισα κι είχε το άρωμα της φίλης μου ανακατεμένο με αυτό των παιδικών μου αναμνήσεων. Που καθόλου δεν με πλήγωναν, ίσα – ίσα, με πήγαιναν πίσω, σε εποχές γεμάτες αθωότητα και ασφάλεια. Τα δυο συναισθήματα που τώρα κανείς μας δεν έχει.

Και το δικό μου παιδί φορά ρούχα από άλλα, μεγαλύτερα παιδιά φιλενάδων μου. Και τι μ΄ αυτό; Τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα, κι είναι φορές που δεν προλαβαίνεις καν τη σεζόν. Και τα ρούχα της δικής μου μικρής, μοιράζονται αναλόγως.

Αυτό όμως που χαρούμενα χαρακτηρίζω για τα παιδικά ρούχα “ανακύκλωση“, δεν είχα σκεφτεί ότι θα ξαναγινόταν και σε εμάς, τους<img style="margin: 4px 4px 4px 9px; float: right;" title="Ρούχα από δεύτερο χέρι ή shopping therapy;" src=" http://womland.com/wp-content/uploads/2012/11/shopping_therapy1.jpg " το παλιό, το παλιότερο και το καινούριο !
Αααχχχ…. θ’ αλλάξουμε ποτέ εμείς οι γυναίκες;

 

Πέγκυ Παπαδοπούλου

.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s