Τετ α τετ με τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου

tolis nikiforou“Μαθαίνω ότι η κιμωλία και ο μαυροπίνακας αποτελούν πλέον παρελθόν στις αίθουσες διδασκαλίας. Καλό αυτό, ανήκουν τώρα αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της ποίησης.”

Τα καινούρια ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου που συμπεριλαμβάνονται στη νέα του συλλογή “Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα”, παρά τη χρωματική αντίθεση του τίτλου, είναι γεμάτα φως. Είναι λουσμένα στο φως. Ο ποιητής, με τον έρωτα ξαναβρίσκει τη χαμένη αθωότητα.

Αλλού σπαραχτικός, αλλού ερωτικός, αλλού νοσταλγικός, αλλού με φιλοσοφική-ποιητική ενατένιση (στα επιγράμματά του), πάντα βαθιά ανθρώπινος, τρυφερός και δοτικός στην τέχνη της ποιήσεως, ο Νικηφόρου συνεχίζει την πορεία του στον χρόνο, συνθέτοντας ειλικρινή, αισθαντικά, εξαίσια ποιήματα. Και το σημαντικότερο: Μες στον ποιητικό του θρίαμβο, παραμένει σεμνός και προσγειωμένος, αφού εξακολουθεί να προσδιορίζει την ύπαρξή του με την ταπεινή, ωστόσο βαθιά στη σύλληψή της, γνώση (και ώριμη αίσθηση ταυτόχρονα) πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια κιμωλία που λιώνει αργά ανάμεσα στα δάχτυλα του δασκάλου, στον μαυροπίνακα της ζωής. (περ.Book Press, 28/8/2012)

mia kimolia sto mavropinaka
  mavropinakas

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
Σύντομο βιογραφικό – Αρθογραφία

Ο Τόλης Νικηφόρου ανήκει στους νεότερους ποιητές της δεύτερης γενιάς του μεταπολέμου. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1938 από γονείς πρόσφυγες, αποφοίτησε από το αμερικανικό κολέγιο “Ανατόλια” το 1957, παρακολούθησε για δυο χρόνια μαθήματα στη Νομική και σπούδασε τελικά διοίκηση επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, μεταφραστής- διερμηνέας και αναλυτής συστημάτων στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και τον καιρό της δικτατορίας στο Λονδίνο. Επέστρεψε οριστικά στη Θεσσαλονίκη και άσκησε το επάγγελμα του μελετητή- συμβούλου οργάνωσης επιχειρήσεων ως το 1999.

Στη λογοτεχνία ο Νικηφόρου εμφανίστηκε το 1966 με το μεγάλο ποίημα “Οι άταφοι”. Κι ακολούθησαν οι συλλογές, απλές και συγκεντρωτικές: “Αναρχικά”, 1979, “Ο μεθυσμένος ακροβάτης” 1979, “Το μαγικό χαλί” 1980, “Με τη φωτιά στα μάτια” (συγκεντρωτική έκδοση των τριών προηγούμενων και της ανέκδοτης συλλογής “Ελεύθερος σκοπευτής” 1982, “Ο πλοηγός του απείρου” 1986, “Ξένες χώρες” 1991, “Το διπλό άλφα της αγάπης” 1994, “Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας” 1997, “Χώμα στον ουρανό” 1998, “Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο” 1999, “Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται” 2002, “Ο πλοηγός του απείρου ποιήματα 1966-2002” 2004.

Η συλλογή “Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα” 2012, είναι το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Τόλη Νικηφόρου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Μανδραγόρας”. Προηγήθηκαν οι συλλογές “Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας” 2007 και “Το μυστικό Αλφάβητο” 2010.

Παράλληλα, ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία κι από την άποψη αυτή συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση ποιητή, κι όχι μονάχα της γενιάς του:
Διηγήματα: “Αλμπατζάλ ή πώς βούλωσα τα μεγάφωνα” 1971, “Εγνατία οδός” 1973, “Ονειροπολών εγκλήματα” 1976, “Τα μάτια του πάνθηρα” 1996, “Νόστος” 2000, “Ο δρόμος για την Ουρανούπολη” 2008.

Μυθιστορήματα: “H γοητεία των δευτερολέπτων” 2001, “Το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα” 2005, “Η εξαίσια ηδονή του βιασμού” 2006, “Έρημο νησί στην άκρη του κόσμου” 2009.

Παραμύθια (για μεγάλους): “Ένα παραμύθι για όλους” 1984, “Νόσιλκα” 1989, “Σοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας” 1996.

Συνολικά, έχουν εκδοθεί ως τώρα 29 βιβλία του, 16 ποιητικά και 13 πεζογραφίας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε 9 ευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν περιληφθεί σε πολλές ελληνικές και ξένες ανθολογίες καθώς και στα κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας της μέσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Για τη συλλογή διηγημάτων του “Ο δρόμος για την ‘Ουρανούπολη'” 2008, του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο διηγήματος το 2009.

«Η ποίηση προέρχεται από τις πηγές της ύπαρξης και αποσκοπεί στην απόλυτη ενότητα του αρχικού πυρήνα, ενώ η πεζογραφία είναι αναλυτική και δευτερογενής. Ο ποιητής αποπειράται να μιλήσει με τη γλώσσα του Θεού, χωρίς βέβαια να γνωρίζει το Θεό ή τη γλώσσα του. Η πεζογραφία είναι ένα χαριτωμένο γατάκι, ενώ η ποίηση μια τίγρη που διψάει για το αίμα μας.»

Τ.Ν. (συνέντευξη στην εφημ. «Αγγελιοφόρος», 28/5/2001)

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
Ο ποιητής

Στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου η κριτική διακρίνει δυο περιόδους με βάση τη θεματολογία της: μια πρώτη από το 1966 ως το 1982 και μια δεύτερη από το 1986 ως σήμερα.

Χαρακτηριστικό της πρώτης φάσης είναι η κοινωνικοπολιτική προβληματική και η στράτευση στον αγώνα για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, ενώ μεμονωμένα ποιήματα και εκφράσεις προαναγγέλλουν τη στροφή της επόμενης περιόδου. Χρόνια της δικτατορίας, μεταπολίτευση, ριζοσπαστικοποίηση των μαζών και ελπίδες πολλές για χειραφέτηση της κοινωνίας των πολιτών απηχούνται στην ποίηση της περιόδου. Ως ιδεολογία δεσπόζει η ουτοπία, όπως την ονειρευόταν το κίνημα του αναρχισμού στις καλύτερες στιγμές του.

«Το κόκκινο και το μαύρο είναι τα χρώματα της αναρχίας. Απεχθάνομαι την κάθε μορφής εξουσία και θα πιστεύω σ’ αυτήν την ουτοπία ως το τέλος της ζωής μου. Εγώ δεν ήρθα στον κόσμο, για να αποκομίσω εύνοια και προνόμια αφεντικού. Ήρθα για να αγωνιστώ, με τη σειρά μου, σε έναν αγώνα εκ των προτέρων καταδικασμένο, για να προσεγγίσω το απρόσιτο, να εκφράσω την αλήθεια του και να απαλύνω όσο μπορώ τον ανθρώπινο πόνο.» Τ.Ν. [περ. Pro Libertate 1 (Φεβρουάριος 2004) 21]

Ο λόγος στη φάση αυτή είναι άμεσος και καταγγελτικός από τη μια, έμμεσος και τρυφερός από την άλλη. Η στίξη απουσιάζει ολότελα και καταργείται πλήρως η μεγαλογράμματη γραφή, ενώ τόσο εδώ όσο και στη συνέχεια αφθονούν τα επίθετα.

«Ο Τόλης Νικηφόρου, κατά κανόνα δεν προδίδει την ειλικρίνειά του. Οι στίχοι του, πότε απίστευτα τρυφεροί και πότε χαρακτηριστικά σκληροί, είναι οπλισμένοι όχι μόνο με ευαισθησία αλλά και με αξιόλογη τεχνική. Κάτι που τους χαρακτηρίζει ιδιαίτερα είναι η εικονοποιητική τους τάση και η μεγέθυνση της λεπτομέρειας» [περ. Πόρφυρας, 16, Απρίλιος 1983) 37]

«μια φοβερή γροθιά είναι η ποίηση/ που ξεχειλίζει σπέρμα και φως
απ’ την καρδιά που σε αρπάζει μεθυσμένη/ φωτιά και δύναμη να μεταγγίσει
περήφανο τραγούδι είναι μοναχικό/ απελπισμένος έρωτας για την ουσία της ζωής
ματωμένο ένα χέρι/ πάνω απ’ την άβυσσο που απλώνεται
να διασώσει την τιμή του ανθρώπου» («σπέρμα και φως», συγκ συλλ 1982)

«μ’ ένα βιβλίο, έλεγαν,/ μ’ ένα βιβλίο κι ένα πιστόλι/ θα καταχτήσουμε τον κόσμο
τα χρόνια πέρασαν στις φυλακές/ άλλοι στην εξορία/ άλλοι στο χώμα πέντε πιθαμές
σκοπεύει τώρα την ελευθερία το πιστόλι/ και το βιβλίο/ εικόνα πια αποκοιμίζει τον λαό
όχι πως η αξία τους δεν παραμένει» («πώς», Αναρχικά, συγκ. συλλ. 1982)

Στη δεύτερη περίοδο σημειώνεται μια στροφή από τα έξω προς τα μέσα κι από το κοινωνικό στο ανθρώπινο πρόβλημα. Έτσι, ενώ δεν αγνοείται η πραγματικότητα, η αναγωγή στην ουτοπία, στην πατρίδα, σ’ έναν άλλο κόσμο, όπου κυριαρχεί η ελευθερία και η διαρκής πολιορκία του μυστηρίου της ζωής, γίνεται ο βασικός άξονας της θεματολογίας. Τώρα η φωνή χαμηλώνει, γίνεται πιο μεστή και πιο στοχαστική, αντίστοιχη του βάθους των υπαρξιακών αναζητήσεων, η μικρογράμματη γραφή συνεχίζεται, αν κι όχι για τα εντός των κειμένων κύρια ονόματα, και η στίξη απουσιάζει πάλι, αλλά μονάχα στα ελευθερόστιχα ποιήματα. Το πέρασμα στη δεύτερη περίοδο σχολιάζει ως εξής ο ποιητής:

«Από τη μια νομίζω ήταν η ίδια η ωριμότητα. Από την άλλη ο θάνατος κοντινών προσώπων, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εσωτερική ανάγκη με έφεραν σ’ αυτό το σημείο. Δεν είναι περίεργο όμως. Άλλωστε η πηγή κάθε τέχνης είναι το ερώτημα που δε θα απαντηθεί ποτέ, ποιοι είμαστε δηλαδή, από πού ερχόμαστε και πού πηγαίνουμε. Αυτή τη στιγμή ως γραφιάς εκπροσωπώ την ουτοπία, δε συμβιβάστηκα ποτέ με τα πράγματα του κόσμου, δε μ’ ένοιαζε να με θεωρήσουν λοξό, άλλωστε όλους τους ποιητές λίγο πολύ έτσι τους βλέπουν. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να αποδώσω την αλήθεια και την ευγνωμοσύνη εκεί που πρέπει.» Τ.Ν. (Εφημ.» Νέα-Ζω στη Θεσσαλονίκη», 26-27/3/2005)

«Ο ποιητής υπερβαίνοντας τα εφήμερα κλειδιά, κρούει τη μυστική ώρα και θρυμματίζει το πρόσωπό του. Χωρίς δισταγμό και με ακράδαντη πεποίθηση του τελικού προορισμού πορεύεται από τον εφήμερο πόνο στο άπειρο δέος. Από την ορατή οδύνη στην αόριστη προοπτική της ανυπαρξίας.» [περ. Διαβάζω 178, (11/11/1987) 65]

Ο πλοηγός του απείρου, 2

Το ένα χέρι αγγίζει τις πληγές/ ενώ το άλλο ανιχνεύει το άπειρο
Ενέργεια που μετατρέπεται σε λέξεις/λέξεις που μεγαλώνουν σαν τρυφερά βλαστάρια
και κάποτε σφυρηλατούν ένα μεγάλο / άνεμο/ που μόνο εκείνος καθορίζει
ανεξιχνίαστο το φάσμα της σποράς

(«ο πλοηγός του απείρου», 1986)

πατρίδα, 1

ωραία κυκλική λέξη η πατρίδα/με το διπλό άλφα της αγάπης
προαιώνιο εφαλτήριο του βαρδάρη/ κυβόλιθος στην Εγνατία οδό
μια σειρά όρθια γιώτα τα κάστρα της/ λυγισμένα κατάρτια οι νεκροί της
που ναυλοχούν γαλήνια παραδίπλα
μέσα στην προσωρινή ομίχλη της νύχτας…
…το διπλό άλφα της αγάπης/ και το δέλτα του ποταμού/ που εκβάλλει στην απεραντοσύνη

(«το διπλό άλφα της αγάπης», 1994)

Γνωριμία με τον Τόλη – ο ποιητής, ο άνθρωπος

Γνωριστήκαμε μέσα από την οικογένεια του facebook στην αρχή. Εκεί πρωτοδέχτηκα τα πυρά της γοητείας της τέχνης του ποιητικού του κι όχι μόνο λόγου και της εν συνόλω προσωπικότητάς του, και φυσικά δεν ήμουν η μόνη. Η επικίνδυνη, σεμνή γοητεία του Σκορπιού με άγγιξε αργότερα και μέσα από τις δυο τελευταίες ποιητικές του συλλογές. Μαζί του, με τα φτερά της ποίησής του, νιώθω να πετώ σ΄ ένα κόσμο απίθανα, ανέκφραστα αιθέριο, αισθαντικό, ονειρικό και ρεαλιστικό συνάμα, τον κόσμο της οδύνης αλλά και των θαυμάτων. Τον κόσμο της πάλης για ένα ουτοπικά καλύτερο αύριο αλλά και της άπειρης γαλήνης, του θανάτου, του έρωτα και της γυναίκας, τον κόσμο της πατρίδας και των αγαπημένων προσώπων του γήινου σήμερα και χθες, αλλά συνάμα αδημονώ για το ταξίδι στο όνειρο, στο φως, στη μυστική προαιώνια πατρίδα ή όπου με οδηγήσει ο «πλοηγός του απείρου», ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του, σύμφωνα με τον ποιητή. Διδάχτηκα το συμβολισμό των χρωμάτων, έμαθα να διαβάζω τη μυστική αλφαβήτα, να μεταφράζω όνειρα «στη διάλεκτο της μοναξιάς», αναγνωρίζω κάπως καλύτερα «αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα», την κιμωλία «που λιώνει αργά ανάμεσα στα δάχτυλά του» και περισσότερο ανακάλυψα κι εγώ μαζί του «δυο λέξεις έξι γράμματα»: σ’ αγαπώ

«το όνειρο είναι όνειρο/ αυτό είναι σ’ αγαπώ
Από το άλφα ως το ωμέγα του/ αυτό είναι σ’ αγαπώ
Δυο λέξεις που κανείς/ δεν πρόφερε ως τώρα/ και μόλις ανακάλυψα εγώ…
…εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω/ μα σ’ αγαπώ
Μ΄ όλα τα γράμματα/ μ’ όλα τα ρήματα/ τα επιφωνήματα
Με τη σιωπή μου/ σ’ αγαπώ»

(από τη συλλογή του «Το μυστικό αλφάβητο», 2010)

nikoforou tolis

Ο ίδιος ο ποιητής, μέσα από το χρονολόγιό του στο facebook, αυτοσυστήνεται:

«Με λένε Τόλη και είμαι άνθρωπος του ενικού αριθμού. Αυτό το ξέρουν από καιρό οι φίλοι μου στα ιστολόγια. Παρακαλώ λοιπόν και τους καινούριους φίλους μου στο facebook, από πέντε ως εκατόν πέντε χρονώ, να μου μιλάνε με το μικρό μου όνομα. Μπορεί να νιώθουν κάπως πιο δύσκολα στην αρχή, θα νιώθω όμως εγώ κάπως πιο άνετα. Εξάλλου το «κύριος» και το «ποιητής» είναι έννοιες αλληλογρονθοκοπούμενες. Εντάξει;» Τ.Ν.

«Με την ευκαιρία ας πω ότι ακούω συχνά να γράφουν και να λένε «ο ποιητής κύριος τάδε». Και σε επίσημες παρουσιάσεις. Πάτε καλά, ρε παιδιά; Μάλιστα, σε μια παρουσίαση του Κλείτου Κύρου πριν από χρόνια στο Βαφοπούλειο, δεν άντεξα άλλο και φώναξα από κάτω: «δεν είναι κύριος, είναι ποιητής». Τ.Ν.
1) Α.: «Τόλη μου -δεν κάνω όπως βλέπεις το ίδιο λάθος- τι είναι αυτό που σε οδήγησε στην κατάργηση του πληθυντικού και των τύπων γενικότερα;»

Τ.Ν.: «Ασφαλώς δεν απαιτώ την πλήρη κατάργηση των τύπων, αυτό θα γίνει κάποτε στην ουτοπική αναρχική κοινωνία. Ξέρω επίσης να διακρίνω πότε ο πληθυντικός αποτελεί έκφραση εκτίμησης και συστολής και πότε είναι στείρος τύπος. Και μάλιστα σε ένα χώρο όπως η λογοτεχνία όπου αυτές οι πόζες είναι εντελώς γελοίες. Είμαι λοιπόν αυστηρός με τους υποκριτές, ενώ συμπαθώ και ενθαρρύνω τους συνεσταλμένους. Στον συγγραφικό, ποιητικό και ευρύτερα δημιουργικό/ καλλιτεχνικό χώρο αρκεί η ιδιότητα του πεζογράφου, του ποιητή, του μουσικού, του ζωγράφου κ.ο.κ. και η τυπικότητα, ο καθωσπρεπισμός του «κύριος» ή «κυρία» δεν προσθέτει αλλά αφαιρεί (ή μάλλον, γελοιοποιεί). Αυτό δεν ισχύει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Διανοήθηκες ποτέ να πεις ο κύριος Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές; Ή, όταν ζούσαν, ο ποιητής κύριος Σεφέρης, ή ο ποιητής κύριος Ρίτσος;»

2) Α.: « Η ζωή με την τέχνη αποκτά αναμφίβολα καινούριο, μαγικό νόημα. Ποιος πιστεύεις πως είναι ο ρόλος της τέχνης στη ζωή μας και ειδικά της τέχνης του λόγου, της λογοτεχνίας, που υπηρετείς πιστά όλα αυτά τα χρόνια;

Τ.Ν.: «Μόνο όταν καταδυθεί κανείς κάτω από την επιφάνεια, μόνο όταν εγκύψει στο μυστήριο και το θαύμα, στα για πάντα ανεξιχνίαστα μυστικά, μόνο όταν αποπειραθεί να ανακαλύψει και να περιγράψει εκείνο που αιώνια του διαφεύγει, μόνο όταν συνειδητοποιήσει τους αόρατους δεσμούς που μας ενώνουν όλους μεταξύ μας, που μας ενώνουν με το παρελθόν μας και το μέλλον μας, μπορεί να αποκτήσει η ζωή του ένα διαφορετικό, ένα μαγικό νόημα, μπορεί να προσλάβει τις διαστάσεις της αιωνιότητας. Αυτός νομίζω ότι είναι ο σημαντικότερος ρόλος της τέχνης και αυτή διαισθάνομαι και πιστεύω ότι είναι η αληθινή ζωή. Η τέχνη του λόγου είναι μια δωρεά, μια ομορφιά, ένα από τα θαύματα που είναι σκορπισμένα απλόχερα στον κόσμο.
»Η λογοτεχνία αντλεί από τη ζωή, είναι πράξη και ζωή και η ίδια. Μένει έκθαμβη μπροστά στην ομορφιά, βουβή και δακρυσμένη μπροστά στη οδύνη. Ναι, η λογοτεχνία «ομορφαίνει» τη ζωή και η ζωή «ομορφαίνει» τη λογοτεχνία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η ψυχή τρέφεται και λάμπει από τη βαθύτερη ουσία της.»

3) Α.: «Ανέφερες παραπάνω πως η τέχνη του λόγου είναι μια δωρεά, μια ομορφιά, ένα από τα θαύματα του κόσμου. Πώς αποκαλύφθηκε σε σένα η δωρεά αυτή, με ποιο μαγικό τρόπο γράφεις και ποια η θεματολογία σου;»

Τ.Ν.: «Από μικρό παιδί, όταν μπήκα στη βιβλιοθήκη του «Ανατόλια», για να δανειστώ ένα βιβλίο, σε έναν κόσμο μυστηριώδη και μαγευτικό, κατάλαβα πού ανήκω , αναγνώρισα έκθαμβος την ‘πατρίδα μου’ και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα διαβάσω όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης και μετά θα γράψω εγώ άλλα τόσα. Έκτοτε, όπως ο Μονέ, από τους αγαπημένους μου ζωγράφους, αποδίδει στους πίνακές του την ομορφιά του κόσμου, δηλαδή αυτό που βλέπει με την ομορφιά της δικής του ψυχής, «έτσι κι εγώ γράφω, υπακούω σε μια απαράβατη εσωτερική εντολή. Να μιλήσω για τον έρωτα, για την αγάπη, για τα πάθη και τα λάθη μου, για τα τραύματα που παραμένουν ανοικτά μέσα μου. Για κάθε θέμα της ζωής, για τον κόσμο αυτόν του φόνου, που είναι και κόσμος των θαυμάτων, για τον κόσμο των ονείρων μας, για την ουτοπία που πιστεύω ότι κάποτε θα γίνει πραγματικότητα.» (συνέντευξη στη «Γνώμη της Χαλκιδικής», 4/4/2009)

» Γράφω με εικόνες στο μυαλό μου. Από τις λέξεις γεννιούνται άλλες εικόνες σε μένα και σε σας. Κι έτσι όλοι μαζί ταξιδεύουμε μέσα στα χρώματα, ίσως και μέσα σ’ ένα μικρό θαύμα. Είναι στιγμές που έχω την αίσθηση ότι απλώς καταχωρώ όσα μου υπαγορεύει ένας αόρατος υποβολέας, ότι δεν είμαι παρά ο πρώτος αναγνώστης των βιβλίων μου. Αυτό που με κινεί και μου δίνει δύναμη είναι η εσωτερική μου εντολή. Το χρέος μου σ’ εκείνα που μου δόθηκαν. Πρέπει να το εξοφλήσω, πρέπει να φανώ αντάξιος του προνομίου

«Από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, βρέθηκα στο μάτι του κυκλώνα. Αρκετές φορές και στο χείλος της αυτοκτονίας. Επί δεκαετίες υπέφερα από άγχος και κατάθλιψη. Έως ότου καταλάβω βαθιά μέσα μου ποιος είμαι και ποιος είναι ο ρόλος μου σ’ αυτόν τον κόσμο της ατιμίας και του φόνου, που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.
Αν ήταν να κάνω έναν απολογισμό μετά 42 χρόνια στη λογοτεχνία και 26 βιβλία, θα έλεγα πως ό,τι μου δόθηκε το κατέθεσα και ό,τι μου απομένει θα το καταθέσω. Και θα φύγω γυμνός όπως ήρθα. Από τα εφηβικά μου χρόνια εργάστηκα σκληρά, έδωσα στη λογοτεχνία τη ζωή μου και την ψυχή μου σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Σαν να τηρούσα μια απαράβατη εντολή που ήταν γραμμένη στα κύτταρά μου. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Η όποια εκπλήρωση λοιπόν είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση. Ότι έμεινα πιστός σε έναν ωραίο χαμένο αγώνα.» Τ.Ν.

«H μνήμη δεν είναι παιδική χαρά ή αίθουσα αναψυχής. Μνήμη είναι ο συνήθης τόπος των εκτελέσεων και οι νεκροί έχουν οριστικά αλώσει την ψυχή μας. Από τη μνήμη πηγάζει η έμπνευση, από την ατομική μνήμη και τη συλλογική μνήμη των κυττάρων.» (συνέντευξη στην εφημ. «Αγγελιοφόρος» 28/5/2001)

«όπως σε γυάλινη επιφάνεια/ σκορπίζεται άνυδρη η ψυχή το ποίημα δεν είναι λέξεις/ δεν είναι σύμβολα με το μελάνι στο χαρτί το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό/ που ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη είναι τοπίο μυστικό που ξαφνικά αναδύεται στο φως όταν πουλί γεννιέται το βαθύ γαλάζιο/ και άστρο το κόκκινο στον ουρανό».
Είναι τοπίο μυστικό» από τη συλλογή «Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας» 2007.)

«Ο ποιητής παρηγορεί την πονεμένη ανθρωπότητα» – Κόμης ντε Λωτρεαμόν. Πρώτα όμως τον εαυτό του από την οδύνη της ύπαρξης.» Τ.Ν.

4) Α.: «Ακούγεται πως έρχεται ο καιρός των ποιητών Τόλη μου, ο καιρός που θα δικαιώσει τους αγώνες σας, εσύ τι γνώμη έχεις;»

Τ.Ν.: «Κανένας καιρός ποιητών δεν έρχεται, Αλεξάνδρα μου. Ο κόσμος γίνεται συνεχώς και πιο μηχανικός και αυτοματοποιημένος. Και ο άνθρωπος πιο υπόδουλος στο χρήμα και την κατανάλωση. Η ποίηση είναι από τη φύση της και από τη φύση των πραγμάτων προορισμένη για τους λίγους. Εκτός κι αν κάποτε γίνει πραγματικότητα μια ουτοπία. Εκτός κι αν ανατραπεί αυτός ο κόσμος από τα θεμέλιά του. Εμείς όμως έχουμε χρέος να αγωνιζόμαστε γι’ αυτή την ουτοπία. Αυτό κάνω μια ζωή, αυτό θα συνεχίσω να κάνω, είμαι εξάλλου βετεράνος στους ωραίους χαμένους αγώνες. Ο αγώνας είναι χαμένος γιατί τα μυστικά και θαύματα του κόσμου υπερβαίνουν συντριπτικά τον ποιητή. Εκφράζει το δέος του με την ατελή του γλώσσα, γνωρίζοντας ότι η αλήθεια των πραγμάτων αιώνια θα του διαφεύγει. Και στη στροφή του δρόμου ενεδρεύει ο θάνατος. Το τίποτα, η τελική ματαιότητα των πάντων. Και σε τελική ανάλυση, όλοι οι αγώνες είναι χαμένοι από χέρι και ο δικός μας προορισμός είναι να αγωνιζόμαστε ως το τέλος. Με πάθος, με αφοσίωση, με τη φωτιά στα μάτια. Και ό,τι θέλει ας γίνει.»

«Ο Σκορπιός είναι το πιο δυναμικό ζώδιο του ζωδιακού κύκλου. Εξαιρετικά δημιουργικός, παθιασμένα ερωτικός, αλλά και αυτοκαταστροφικός.» Τ.Ν.

στον αστερισμό του Σκορπιού skorpio
«ακούστε βολεμένοι
που μετράτε τις δεκάρες σας
σαν τα τριάντα αργύρια της μίζερης ψυχής σας
ένας μετεωρίτης στροβιλίζεται πυραχτωμένος
σβήνει τα τεχνητά σας φώτα
και σας ραντίζει με τις σπίθες του
και να σας κάψει απειλεί με τη φωτιά του
ακούστε ευνούχοι
με τις λεπτές φωνές και τα καμώματα
της κοινωνίας των εμπόρων
ακούστε εμένα που κατέβηκα μήνα νοέμβρη
με το φαρμακερό αερόπλοιο του σκορπιού
και σας κεντάω θανάσιμα με την ουρά μου
πάνω στις γειτονιές σας απλώνεται ακατάλυτο
μεθυστικό
το ανεξήγητο τραγούδι μου»

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

5) Α.: «Πώς θα χαρακτήριζες, σαν έντονα πολιτικοποιημένο άτομο με αναμφισβήτητα ξεχωριστή δράση την εποχή που ζούμε;»

Τ.Ν.: «Μετά από τόσες διαψεύσεις, μετά από δεκαετίες άγχους και κατάθλιψης και μέσα σε τόσες θηριωδίες και απειλές, πρώτος εγώ θα έλεγα ότι ζούμε σε μια τραγική εποχή. Με τον θάνατο και την πορνεία να παρελαύνουν ξετσίπωτα στις οθόνες και νέους εφιάλτες να προβάλουν κάθε τόσο στον ορίζοντα. Όπως εξάλλου το έχω εκφράσει στα βιβλία μου. Ποια εποχή όμως υπήρξε καλύτερη; Στην Ελλάδα, τις ευρωπαϊκές και τις άλλες χώρες; Μήπως το σφαγείο των χαρακωμάτων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η μικρασιατική καταστροφή και η προσφυγιά, οι δικτατορίες του μεσοπολέμου, η γραμμή παραγωγής που έστησαν οι ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης με πρώτη ύλη τα κουφάρια των αθώων, οι δυο ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία, το εκ των προτέρων καταδικασμένο αντάρτικο, ο ψυχρός πόλεμος και η ισορροπία του πυρηνικού τρόμου, η δικτατορία των ηλιθίων; Η μήπως η άγρια φτώχεια, η καταπίεση και η καθολική κοινωνική υποκρισία, η σκλαβιά των γυναικών και, παλιότερα, η ελέω θεού εξουσία, ο μεσαίωνας και η κληρικοκρατία; Με το προσδόκιμο της ζωής στα τριάντα και τα σαράντα χρόνια. Όπου και να ανατρέξει κανείς με καθαρό μυαλό, βλέπει ουσιαστικά το ίδιο έργο, την ίδια τραγωδία, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Απλούστατα, τότε είχαμε το προνόμιο της άγνοιας, ξέραμε μόνο τη γειτονιά μας και λίγο παραέξω, δεν εισέβαλε η φρίκη κάθε μέρα στο καταφύγιό μας.»
(επιστολή στο περ. «Μανδραγόρας, τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002)

6) Α.: «Και για το βαρύ, επώδυνο ‘χρέος’ που έχει βυθίσει τους Έλληνες στην απόγνωση τι λες ; Πώς θα βγει η χώρα από την παρούσα δεινή κατάσταση;»

Τ.Ν.: «Να λοιπόν τι πιστεύω εγώ απλά και ξεκάθαρα. Η θέση και το μέλλον της πατρίδας μας είναι στην Ενωμένη Ευρώπη. Πρέπει να πληρώσουμε τα χρέη μας και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χρεοκοπήσουμε και να επιστρέψουμε στη δραχμή. Πρέπει, ταυτόχρονα, να αναμορφώσουμε τη χώρα μας. Τη δημόσια διοίκηση, το φορολογικό σύστημα, την παιδεία, την υγεία. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αποβάλουμε την ανατολίτικη νοοτροπία του ραγιά. Να καταπολεμήσουμε το πελατειακό σύστημα, το ρουσφέτι και τη διαφθορά. Το οικονομικό βάρος πρέπει να κατανεμηθεί δίκαια στους πολίτες. Και πρέπει να αγωνιστούμε ε ν ω μ έ ν ο ι για να πετύχουμε αυτούς τους στόχους, κυρίως για τα παιδιά μας. Ο αγώνας θα είναι δύσκολος αλλά πιστεύω ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος προς ένα καλύτερο μέλλον.
Με θλίβει η εικόνα της χώρας μου. Και περισσότερο από τους πολιτικούς, που στο κάτω -κάτω είναι εξ ορισμού διεφθαρμένοι, με θλίβει η εικόνα του ελληνικού λαού. Ενός λαού που, σε μεγάλο ποσοστό, αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του. Με θλιβερές δικαιολογίες περί ξένων τοκογλύφων, πλουτοκρατίας, ευθυνών άλλων κ.ο.κ.
Προσωπικά έχω μάθει να πληρώνω τα χρέη μου στη ζωή μου. Και τώρα είμαι διατεθειμένος να πληρώσω και μέρος από τα χρέη των άλλων. Γιατί εγώ υπήρξα πάντα λιτός και δεν δανείστηκα ποτέ στη ζωή μου. Και, ως παλιό μέλος του Κ.Κ.Ε. εσωτερικού, υποστηρίζω την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας και απεχθάνομαι τα απολιθώματα του σταλινισμού. Απεχθάνομαι εξίσου τον μαύρο και τον κόκκινο φασισμό. Αυτές είναι οι δικές μου καθαρές κουβέντες και η καθαρή θέση και ο καθένας ας πράξει ανάλογα για το συμφέρον της πατρίδας μας.»

« Τα ποιήματα που έγραψα στη μεταπολίτευση, μια εποχή ελπίδας, λες και μιλάνε για τη σημερινή πραγματικότητα, μια εποχή απελπισίας. To φως της ποίησης όμως είναι πάντοτε θλιμμένο.» Τ.Ν.

χρέος
«Χρωστάμε μόνον/ σε κείνους που πολύ αγάπησαν και ζήσανε την πίκρα
χρωστάμε μόνον/ σε κείνους που πολύ αγωνιστήκαν/ και ζήσανε την ήττα
χρωστάμε μόνον/ σε κείνους που πολύ ονειρεύτηκαν/ και ζήσανε τον εφιάλτη
χρωστάμε μόνον/ σ’ εκείνους που περιφρονήσανε τον θάνατο/ και πέθαναν
κι είναι νεκροί/ κι ανθίζουν/
χρωστάμε μόνον/ το φως του κόσμου»
(Από τη συλλογή του «Με τη φωτιά στα μάτια, 1982)
7) Α.: «Από την πολύχρονη πείρα σου ποια πιστεύεις πως είναι η σχέση της πολιτικής εξουσίας με την τέχνη και ειδικότερα με την ποίηση; Υπάρχει ελευθερία στην έκφραση;»

Τ.Ν.: «Η πολιτική, με την ευρύτερή της έννοια, είναι συνυφασμένη με την τέχνη. Δεν νοείται κοινωνική ζωή χωρίς πολιτική όπως δεν νοείται πολίτης άξιος του ονόματος που να μην ενδιαφέρεται για την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο δημιουργός ζει στο καμίνι της ασφάλτου και επηρεάζεται καθοριστικά από τις αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες.
Η απόλυτη ανεξαρτησία και ο γυάλινος πύργος της τέχνης ανήκουν στον χώρο της φαντασίας. Θα πρέπει να τονίσω όμως ότι το αίτημα της ελευθερίας στην έκφραση αλλά και στην καθημερινή ζωή είναι κυρίαρχο. Η ποίηση είναι ανατρεπτική και ο ποιητής περιθωριακός από τη φύση του. Ένας χαρισματικός αποσυνάγωγος, ένα επικίνδυνο αδέσποτο σκυλί. Γι’ αυτό και ο θανάσιμος εχθρός του, η κάθε είδους εξουσία, επιδιώκει να τον αλιεύσει από τον δρόμο και να τον εγκαταστήσει στην άνεση του καναπέ, να μεταποιήσει το αδέσποτο σε οικόσιτο. Να τον εξαγοράσει με τιμές, οφίκια, βραβεία, να τον γελοιοποιήσει ή να τον συκοφαντήσει.» (περ. «Μανδραγόρας», τεύχος 28, 2002)

«Δεν είναι γελοίο και συνάμα θλιβερό θέαμα να υποκλίνεται ένα φρακοφορεμένος ποιητής με παπιγιόν μπροστά στον εξίσου φρακοφορεμένο εκπρόσωπο της εξουσίας και του εμπόρου των όπλων; Και ύστερα να εκφωνεί περισπούδαχτο λόγο για το ποιητικό φαινόμενο; Ονομάζεται και βραβείο Νόμπελ.» Τ.Ν.

«Ελεύθερος είναι εκείνος που εκφράζει τη δική του αλήθεια ανεπηρέαστα και πέρα από οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον. Εκείνος που συχνά πληρώνει ακριβά αυτή του την ανεξαρτησία της γνώμης. Και ναι, υπάρχουν αυτοί οι διανοούμενοι και καλλιτέχνες, είναι λίγοι αλλά υπάρχουν. Και, εκτός από την κρατική εξουσία, πρέπει να αντιμετωπίσουν και την καθιερωμένη στη χώρα μας λασπολογία.» Τ.Ν.
«Αυτός λοιπόν ακριβώς είναι ο λόγος που οι «πνευματικοί άνθρωποι» δεν μιλούν. Γιατί μόλις τολμήσουν να εκφέρουν ένα λόγο σοβαρότητας και ευθύνης, αντιμετωπίζουν προπαγάνδα, ύβρεις, στερεότυπα και διάφορα άλλα χαριτωμένα από το γνωστό οπλοστάσιο των δύο άκρων. Η άκρα δεξιά και η άκρα αριστερά έχουν επιβάλει μια ιδιότυπη λογοκρισία στο διαδίκτυο και στο fb. Τη λογοκρισία των ύβρεων και της συκοφαντίας» Τ.Ν.

«Πώς να ανεχθεί ο οποιοσδήποτε υποταγμένος να θίγονται τα ζωτικά του ψεύδη, να εξευτελίζονται τα υλικά του επιτεύγματα, να κλονίζονται τα θεμέλια της ζωής του, να απειλούνται οι συμβάσεις του, τα πρότυπα και οι εντολές του κράτους, της εκκλησίας, του τύπου, της παράδοσης; Εκτός και αν η ποίηση είναι ανώδυνη (οπότε αναιρείται η ίδια της η υπόσταση), όπως τα γνωστά χαζολογήματα που δημοσιεύονται κατά κόρον σε φυλλάδες και παραλογοτεχνικά περιοδικά.» Τ.Ν. (περ. «Μανδραγόρας», τεύχος 28, 2002)

8) Α.: « Η συλλογή σου «Τα «Αναρχικά», έχει σαν κέντρο της τον Ισπανικό εμφύλιο, τους αγωνιστές που συνέρρευσαν στην Ισπανία στο όνομα της διεθνιστικής αλληλεγγύης, τον αναρχισμό και την ελευθερία. Αποτελεί μια πλήρως στρατευμένη ποιητική συλλογή, ένα μανιφέστο, που παρά τον στόμφο και τους ακραίους κάποτε αφορισμούς περιέχει ένα ειλικρινή λόγο, μια πηγαία έκφραση στάσης απέναντι στα πράγματα, μια ομολογία πίστης στους αγίους των ταξικών αγώνων, ειδικά στους άσημους ανθρώπους των εργοστασίων και των διαδηλώσεων. Τι πιστεύεις για τη στρατευμένη ποίηση, την ποίηση του αγώνα;»

Τ.Ν.: «Η στρατευμένη ποίηση ή κοινωνική ποίηση ή ποίηση της κοινωνικής αγωνίας δεν πρέπει να είναι κραυγές, κούφια κι ανέξοδα λόγια της στιγμής. Πρέπει να σφυρηλατηθεί στον πόνο και στην αγωνία, να ωριμάσει σε μυστικά εργαστήρια της ψυχής και ύστερα να βγει στην επιφάνεια. Και θα βγει, είμαι βέβαιος. Όταν είναι έτοιμη («το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί»).

«Μόνον κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, και ιδίως τη δεκαετία μετά την κατάρρευσή της, υπήρξε μια άνθιση της ποίησης που ονομάστηκε στρατευμένη ή κοινωνική. Αυτό το προσωρινό φαινόμενο, σαν εκρηκτική αντίδραση στην καταπίεση και σαν μια διεκδίκηση του ονείρου, με ολόψυχη δική μου συμμετοχή, έσβησε φυσιολογικά για να κυριαρχήσει πάλι ο βόθρος. Ακόμη και τότε όμως, όταν μπαίναμε στον χώρο μιας λογοτεχνικής εκδήλωσης, γνωρίζαμε τους περισσότερους, από τους εικοσιπέντε ή τριάντα που είχαν προσέλθει, από το πίσω μέρος του κεφαλιού τους.» Τ.Ν. (επιστολή στο περ. «Μανδραγόρας,, τεύχος 28, Σεπτέμβριος 2002 με τίτλο: H ποίηση όμως δεν κινδυνεύει).

«Στη σκληρή πραγματικότητα, η ποίηση είναι μια ανταρσία από τους ελάχιστους και για τους ελάχιστους. Καθώς συνιστά μια επώδυνη και συγκλονιστική μετάβαση από τον κόσμο της καθημερινής κτηνωδίας στον μόλις ορατό κόσμο των θαυμάτων. Καθώς, από τη μια μεριά, προϋποθέτει μεγάλη δωρεά, καλλιέργεια και ευαισθησία τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη, κι από την άλλη θίγει την ίδια την υφή της καθημερινότητας. Της καθημερινότητας που ελάχιστα μεταβάλλεται με οποιοδήποτε κοινωνικό καθεστώς.» Τ.Ν.

(περ. «Μανδραγόρας», τεύχος 28, 2002)

«Στα εφηβικά μου χρόνια, όταν ανακάλυπτα τον κόσμο, γέμιζα σελίδες με την αγωνία μου, σελίδες που χάθηκαν αργότερα σε κάποια από τις περίπου 20 μετακομίσεις μου στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι φοβόμουν μήπως αλλάξω. Μήπως υποταχτώ, μήπως εξαγοραστώ, μήπως με φθείρει η ζωή, μήπως δεν τολμώ πλέον να λέω την αλήθεια όπως τη βλέπω. Μεγάλωσα και μάτωσα, έκανα πολλά λάθη, τίποτα όμως από όλα αυτά δεν συνέβη. Παρέμεινα ουσιαστικά με την εφηβική ματιά στον κόσμο. Ίσως και με την παιδική.»Τ.Ν.

«Ο κόσμος που αγωνίζεται για κάποια ιδανικά είναι ο δικός μου κόσμος. Καμία απογοήτευση, καμία διάψευση, καμία προδοσία δεν μπορεί να αλλάξει στο ελάχιστο αυτόν τον κόσμο μέσα μου. Θα πιστεύω στην ουτοπία, έστω και χωρίς καμία ελπίδα, θα αγωνίζομαι για την ουτοπία μέχρι το τέλος. Και στην επόμενη ζωή, αν υπάρχει. Γιατί η ουτοπία είναι αδιαπραγμάτευτη, η ουτοπία μου δόθηκε από τη γέννησή μου και είναι εγώ.» Τ.Ν.

9) Α.: «Παράλληλα όμως με τον κοινωνικό σου λόγο υπάρχει πάντα ο έρωτας, η αγαπημένη, η γυναίκα, σε ακολουθεί παντού λίγο- πολύ. Στη συλλογή σου «Το μαγικό χαλί» 1980, ειδικά, ο έρωτας καταλαμβάνει ολόκληρο το χώρο στα περισσότερα κείμενα. Πρόκειται για έναν έρωτα όμορφο, αισιόδοξο, ευδαίμονα. Μίλησέ μας για τη γυναίκα και τον έρωτα.»

Τ.Ν.: «Ο έρωτας για τη ζωή ευρύτερα και για τη γυναίκα ειδικότερα είναι διάχυτος στα βιβλία μου. Η ποίηση είναι μια ερωτική εμπειρία. Είτε τη γράφεις, είτε τη διαβάζεις, είτε την ακούς. Για να είναι πλήρης αυτή η εμπειρία πρέπει να συμμετέχουν κατά το δυνατόν όλες οι αισθήσεις. Και να υποκαθιστούν σε ένα βαθμό η μία την άλλη στις λειτουργίες τους. Στην ποίηση και στον έρωτα, περίπου ταυτόσημες έννοιες, η έκσταση, η γοητεία, το θαύμα είναι θέμα δευτερολέπτων. Που εκφράζουν την αιωνιότητα και αξίζουν όσο αυτή.»

Γυναίκα
κάθε μικρή σου υποταγή/ μειώνει τη δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει/κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια/κάθε παραπανίσιο σου φορτίο
έχει σε μένα ρίζες προγονικές/κάθε σε βάρος σου αδικία
είναι μια στυγερή κλοπή/απ’ το παγκάρι της δικής μου εκκλησίας
κι όταν εσύ λιποψυχείς/εγώ είμαι ο αληθινός προδότης
στέκεσαι δίπλα μου/στο σπίτι στη δουλειά ή στο οδόφραγμα
και με τα ίδια μάτια/ελεύθερα ατενίζουμε τον ήλιο
περήφανοι/ασυμβίβαστοι
ωραίοι μέσα στα τόσα ελαττώματά μας
εμείς που η φύση έταξε σε σάρκα μία

(από τη συλλογή «Το μαγικό χαλί») 1980

«Εντελώς εμπιστευτικά, εδώ που δεν μας βλέπει και δεν μας ακούει κανείς, είμαι και τρυφερά και παθιασμένα ερωτικός. Άλλοτε κυριαρχεί η μία παρόρμηση και άλλοτε η άλλη.» Τ.Ν.

» Η γυναίκα είναι η βασική πηγή έμπνευσής μου»
»Πώς μ’ αρέσουν οι γυναίκες; Έξυπνες, καλλιεργημένες και εξαιρετικά δυναμικές (δηλαδή, όπως θέλω εγώ τη γυναίκα). Συχνά με εμπνέει το γυναικείο πρόσωπο. Ιδίως τα μάτια και το χαμόγελο. Και σίγουρα όταν χαμογελάνε τα μάτια. Ομολογώ ότι έχω μια αδυναμία στα γυναικεία μαλλιά (και στις λακουβίτσες).
» Υπάρχουν πρόσωπα σκληρά, ψυχρά, αποκρουστικά ακόμη και μέσα στην αρμονία των χαρακτηριστικών τους. Και υπάρχουν άλλα, πανέμορφα με την ευαισθησία και την τρυφερότητά τους. Πρόσωπα που εκπέμπουν μια εσωτερική ακτινοβολία. Κάποιες στιγμές σχεδόν ονειρικά. Εξάλλου, αν εγώ βρίσκω ένα γυναικείο πρόσωπο γοητευτικό και συναρπαστικό, τι με νοιάζει πώς το βλέπουν οι άλλοι;»
»Ο δικός μου έρωτας μιλάει ελληνικά. Στην ποίηση και την πεζογραφία του, στην πράξη του, στις λέξεις του, στους αναστεναγμούς και τις κραυγές του.»

«Τα ερωτικά ποιήματα συνήθως λειτουργούν με την ατμόσφαιρα και τον υπαινιγμό. Είναι σαν βραδύκαυστο φυτίλι.» Τ.Ν.

10) Α.: «Τι γνώμη έχεις για την παντοδυναμία του Θεού, ποια η φιλοσοφία σου;»

Τ.Ν.: «Πώς να συμβιβάσει μέσα του κανείς τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της ύπαρξης ; Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι υπάρχει ένας παντοδύναμος και ταυτόχρονα αγαθός θεός κι ωστόσο τον λαχταράω μ’ όλη μου την ψυχή και τον επικαλούμαι ακόμη και μιλώντας στο κενό. Γαλήνια και σπαρακτικά. Φοβάμαι όμως ότι δεν θα υπάρξει καμία ανταπόκριση . Καμία ανώτερη δύναμη δεν βλέπει τα δάκρυα μας, δεν νιώθει την οδύνη μας, δεν ακούει τις επικλήσεις μας. Μόνο ο άλλος άνθρωπος, ο φίλος, ο σύντροφος και ο αδερφός.
» Άθρησκος είμαι εγώ, η ποίησή μου όμως είναι ένθεη. Φοβάμαι ότι, παρόλες τις (προσ-) ευχές μας και τα δάκρυα, δεν γίνεται να μην πάσχει η ανθρωπότητα, να μην σταυρώνεται, να μην θνήσκει. Γίνεται όμως να ξαναγεννιέται κάθε άνοιξη και να αρχίζει το αιώνιο παιχνίδι απ’ την αρχή. Μέσα από τα πλούτη μου λοιπόν της αγάπης, του πόνου και της περιπέτειας της ζωής μου, μέσα από τα βιβλία μου, εύχομαι το λυτρωτικό φως της άνοιξης.»

11) Α.: «Γνωρίζω ότι ο παππούς σου ήταν Ηπειρώτης που μετανάστευσε στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας γύρω στο 1870. Εσύ γεννήθηκες στη Θεσσαλονίκη, είναι η ιδιαίτερη πατρίδα σου, όμως στα ποιήματά σου αναζητείς και μια άλλη μακρινή πατρίδα, κάποιες άλλες ρίζες μυστικές. Κατά κει κατευθύνει την ύπαρξη ο πλοηγός του απείρου;»

Τ.Ν.: «Η Θεσσαλονίκη κυκλοφορεί στις φλέβες μου κι εγώ είμαι το δικό της αίμα. Η κάθε γωνιά της είναι και μια μνήμη για μένα, μια αγάπη και μια οδύνη. Αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να ζήσω αλλού και δεν μπορούσα να γράψω τα βιβλία μου αλλού. Το κάθε τι που γράφω λοιπόν θα πρέπει να το βλέπει κανείς μέσα από αυτό το πρίσμα. Μέσα από την αγάπη και τον πόνο και μέσα από την ισόβια αφοσίωση.»
«Πατρίδα πριν απ’ όλα είναι η γενέθλια γη της Θεσσαλονίκης, η συγκεκριμένη γειτονιά, οι χώροι και τα παιχνίδια της παιδικής ηλικίας: Εγνατία Οδός, Πλατεία Δικαστηρίων, Παναγία Χαλκέων, Βαρδάρης, Αι. Δημήτρης, οδός Αγνώστου Στρατιώτου, Μητσαίων, Ολύμπου και Αμύντα, Κάστρα, φανοστάτες της παραλίας, κατρακύλια, πατίνια. Πατρίδα όμως είναι και η άλλη του μέλλοντος, την οποία ο ποιητής χτίζει με κομμάτια του ουρανού (περ. Πόρφυρας/ μικρές επιστροφές 2007)
« Απευθύνομαι στις ρίζες μου και αναζητώ την πατρίδα μου, όπως κάθε ξενιτεμένος, όπως κάθε εξόριστος, όπως κάθε ναυαγός. Όπως κάθε έγκλειστος που αισθάνεται ότι έχει εκτίσει την ποινή του. Πιστεύω ότι πράγματι κάπου εκεί είναι οι ρίζες μας. Είμαστε γήινα πλάσματα αλλά και ο ίδιος ο πλανήτης μας προέρχεται από κάπου εκεί. Από κάποια πατρίδα, από κάποια απόλυτη ενότητα και ευτυχία.»

«είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του/ καθώς σιωπηλός μας οδηγεί/ πέρα από τις γνωστές θάλασσες/ πλοηγός του απείρου/ με πρόσωπο σκοτεινό/ Έχουν πολλά να εξερευνήσουν/ τα τυφλά μας μάτια/ τα μυστικά της άλλης όχθης/Τι κρύβεται πέρα από την αγάπη/ πως από μαύρο πυρήνα/ εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως»

(«ο πλοηγός του απείρου 1», από τη συλλογή Πλοηγός του απείρου 1986)

«Το όνειρο του σήμερα είναι η επικοινωνία μας με το παρελθόν μας και με το μέλλον μας. Η προβολή της διαχρονικής βαθύτερης υπόστασής μας.»Τ.Ν.

12) Α.: «Πιστεύεις πως η ανθρωπότητα ζει ακόμη την παιδική της ηλικία;»

Τ.Ν.: «Αλήθεια είναι ότι το πλάσμα που σηκώθηκε στα πισινά του πόδια κάπου στη Νότια Αφρική πριν ένα με ενάμισι εκατομμύριο χρόνια και ονομάστηκε homo erectus, εξακολουθεί να ζει την προϊστορία του. Ένα ανθρωποειδές στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, ικανό για το καλύτερο και, ιδίως για το χειρότερο, βυθισμένο στην αμάθεια και την αυταρέσκεια, ένας φονιάς. Ό,τι κι αν κάνει τώρα, όσο κι αν σκοτώσει, εκπορνεύσει και ρημάξει, θα έρθει κάποτε η ώρα που θα γίνει αντάξιος του ονόματός του. Θα έρθει η ώρα της ουτοπίας. Το ξέρω ότι τότε εγώ δεν θα είμαι εδώ. Το ξέρω ότι όλα θα σβήσουν και όλα θα χαθούν για μένα. Το ξέρω ότι δεν θα μείνει τίποτα από τα δάκρυα, τη χαρά και τον πόνο μου, από τον αγώνα μου, από τα γραπτά μου. Με την αισιοδοξία της απόγνωσης λοιπόν συνεχίζω.»

«Η εκμετάλλευση, οι πόλεμοι, η καταπίεση των γυναικών και χίλια δυο άλλα δεν είναι ασθένειες της παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας; Η ειρήνη, η αδερφοσύνη, η αγάπη δεν θα έπρεπε να είναι αυτονόητες σε μια κοινωνία ενηλίκων;» Τ.Ν.

«Πιστεύω ότι ο άνθρωπος ζει την προϊστορία του. Αν επιβιώσει, σε μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια ίσως μάθει την αλφαβήτα. Αυτή τη χρονική στιγμή είμαστε βάρβαροι που προσπαθούν να φανταστούν πώς είναι ο πολιτισμός, βρέφη που προσπαθούν να προβλέψουν τις συνθήκες της ενηλικίωσης, αγράμματοι στην πρώτη τάξη του σχολείου.»Τ.Ν.

«Η γνώση που κατέχει ο άνθρωπος, είναι τίποτα σε σύγκριση με την υπάρχουσα γνώση. Η γνώση που κατέχει το άτομο λιγότερο από τίποτα. Κατά συνέπεια, κάθε είδους έπαρση είναι γελοία ενώ το άτομο αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα κάθεται στα θρανία της πρώτης δημοτικού.»Τ.Ν.

13) Α.: «Εν αρχή ην η θλίψη;»

Τ.Ν.: « Οι εναλλαγές στην ψυχική μου κατάσταση, χαρά, θλίψη, μελαγχολία, έξαρση και απελπισία, είναι φυσικό για μένα να βρίσκουν διέξοδο στην ποίηση. Στη ζωή μου έχω φτάσει στα πρόθυρα της τρέλας και της αυτοκτονίας από εγκλωβισμό στην καθημερινότητα και άγχος, ανίσχυρη οργή και κατάθλιψη. Από αντίδραση στο καθιερωμένο τίποτα. Αγωνίστηκα πολύ για να βρω τον δρόμο μου και για έναν φωτεινό κόσμο και δεν μου αρέσει η πρόχειρη και ανέξοδη απαισιοδοξία που μάλιστα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
» Είμαι αισιόδοξος όπως ο έρωτας μπροστά στον θάνατο ή όπως το δέντρο που απλώνει τα κλαδιά του στον ουρανό. Ναι, «υπάρχει μέσα μου ένα φως/ που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται/ που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα/ και δεν παραδίδεται».

14) Α.: «Στην ποίησή σου βλέπω να πρωταγωνιστούν και τα παιδιά, κυοφορούν λες την ελπίδα μας για ένα καλύτερο μέλλον;»

Τ.Ν.: «Φυσικά τα παιδιά είναι ελπίδα. Όταν μάλιστα έχουμε αυτή την υπέροχη νέα γενιά, την καλύτερη στην ιστορία μας, το λέω χωρίς δισταγμό. Τιμώ όμως και τους Έλληνες γονείς που σχεδόν πάντα θυσιάζονται για τα παιδιά τους.»

xamogela

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
«μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες/βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν/όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε/σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε/με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας »

από τη συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998

«Αρκετά κράτησε η μεταμφίεση σε μεγάλο. Καιρός να εμφανίζομαι με την αληθινή μου διάσταση και την πραγματική μου ηλικία» Τ.Ν.

«Δεν αισθάνομαι τίποτα παραπάνω από ένα μαθητούδι στο μεγάλο σχολείο της ύπαρξης. Ένα μαθητούδι με θαμπωμένα μάτια μπροστά στα θαύματα και την οδύνη της ζωής. Πάντα διψασμένο για αγάπη.» Τ.Ν.

15) Α.: «Η εικόνα του εξωφύλλου της τελευταίας μέχρι τώρα ποιητικής σου συλλογής «μια κιμωλία στο μαυροπίνακα», η μαρμάρινη τάξη, πώς επιλέχτηκε, και τι μήνυμα φέρει;»

Τ.Ν.: «Το γλυπτό του Παπαγιάννη για το βιβλίο μου το επέλεξε ο Κώστας Κρεμμύδας, εκδότης του Μανδραγόρα, και συμφώνησα κι εγώ αμέσως ότι εκφράζει το πνεύμα του ποιήματος «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα», μα και του βιβλίου ολόκληρου. Ότι, δηλαδή, ο δημιουργός εμπνέεται και καθοδηγείται από άγνωστες δυνάμεις, ότι είναι στην ουσία ένας διάμεσος (medium), μια κιμωλία που λιώνει αργά στα δάχτυλα του δασκάλου. Στην εικόνα δεν φαίνεται ολόκληρο το γλυπτό που κοσμεί το εξώφυλλο. Πρόκειται για μία τάξη με τους μικρούς μαθητές καθισμένους στα θρανία μπροστά στον μαυροπίνακα και τον δάσκαλο όρθιο δίπλα. Παλιά εποπτικά μέσα θα έλεγε κανείς, η ουσία όμως της μάθησης, όπως και της ποίησης, δεν αλλάζει.
»Το μήνυμα, Αλεξάνδρα μου, για τους γονείς, τους μαθητές και τους δασκάλους, για κάθε άνθρωπο, είναι ότι πρέπει να αναπτύξει στον μέγιστο βαθμό τις ιδιαίτερες ικανότητές του. Το ταλέντο, τη δωρεά, μικρή ή μεγάλη, που έχει κάθε άνθρωπος. Όχι για το χρήμα, όχι για υλικά αγαθά αλλά για την προσωπική του εκπλήρωση που θα έχει και ευρύτερη ακτινοβολία στην οικογένεια του και στην κοινωνία. Στην προσπάθεια αυτή πρέπει να αφιερώσει τη ζωή του. Αυτό έκανα εγώ, εκεί βρήκα τη δικαίωση μου και αυτό συνιστώ και σε όλους του άλλους.»

«μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα/ γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση/ ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα/το ωκεάνιο και πάλι άλφα
με τις καμπύλες του /τον κύκλο του/τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο/διαστάσεις του
γύρω απ’ το άλφα περιστρέφομαι/ στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε προαιώνια μήτρα/ πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης η αρχή της μαθητείας μου
δεν έχει τέλος

(από τη συλλογή «Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας» 1997)

«Είμαστε όλοι μαθητούδια στο μεγάλο σχολείο της ύπαρξης και η χωρίς πτυχίο αποφοίτησή μας είναι ο θάνατος. Χωρίς τη δωρεά, η εργασία δεν οδηγεί παρά στη μετριότητα. Χωρίς τη μαθητεία και τη σκληρή εργασία μιας ολόκληρης ζωής, η δωρεά σκορπίζεται στον άνεμο.»  Τ.Ν. (εφημ. «Αγγελιοφόρος», 28/5/2011)

mathitoudia sto megalo sxoleio

«Δεν ξέρω αν πραγματικά μπορεί κανείς να διδαχτεί από τη ζωή κάποιου άλλου. Τα καλύτερα σεμινάρια γίνονται στο καμίνι της ασφάλτου, στον ισόβιο αγώνα για την επιβίωση και την έκφραση.» Τ.Ν.

«Πάντως από τους δασκάλους μου ξεχωρίζω τα τραύματά μου και μια φλαμουριά που ανθίζει στο μπαλκόνι μου (ως προς την αλήθεια της ύπαρξης), τα μικρά παιδιά (ως προς την αλήθεια της αθωότητας), τον Ιησού και το Βούδα (ως προς την αλήθεια της αγάπης), τον Κρισναμούρτι (Ως προς την αλήθεια της ελευθερίας), τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη (ως προς την αλήθεια της ποίησης)» Τ.Ν. [εφημ. «Αγγελιοφόρος», 28/5/2001]

«Το ποιητικό βιβλίο όμως βρίσκεται ουσιαστικά έξω από το εμπορικό κύκλωμα. Ελάχιστα αντίτυπα των ποιητικών βιβλίων πουλιούνται στα βιβλιοπωλεία (με εξαίρεση ίσως τα βιβλία της Δημουλά). Οι βιβλιοπώλες τα έχουν κρυμμένα σε μια γωνιά ενώ προβάλλουν το σκουπιδαριό των ευπώλητων. Η ποίηση όμως είναι από τη φύση της και θα παραμείνει η αριστοκρατικότερη των τεχνών και σε τελευταία ανάλυση ο καλός αναγνώστης ας ψάξει να μας βρει. Δεν κρυβόμαστε» Τ.Ν.

«Θεωρώ ότι οι ποιητές που γίνονται εσκεμμένα δυσνόητοι, δεν έχουν καταλάβει την ουσία της τέχνης. «Να μου δοθεί η χάρη να μιλήσω απλά», είπε ο Γιώργος Σεφέρης. Ακούγεται εύκολο αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο. Απλότητα, δύναμη, ομορφιά. Με μια λέξη ψυχή. Αυτό είναι το παν στην τέχνη».Τ.Ν. (Εφημ. «Γνώμη της Χαλκιδικής», 4/4/2009)

«Είμαι βέβαιος ότι και η νεότατη γενιά με τη σειρά της, σύντομα θα γίνει ορατή, θα εκδώσει τα λογοτεχνικά περιοδικά της, θα κάνει τις κωλοτούμπες και τις αμοιβαίες εξυπηρετήσεις της, θα στείλει τους ευνοούμενούς της στις τοπικές και διεθνείς εμποροπανηγύρεις, θα συμμετάσχει σε δεξιώσεις και πολιτιστικές ολυμπιάδες, θα τιμηθεί (!) με λογοτεχνικά βραβεία. Ελάχιστη σχέση θα έχουν όμως όλα αυτά με την αξία των ποιητών, και απολύτως καμία με το μεθυστικό και ανεξιχνίαστο μυστήριο του ποιητικού φαινομένου.» Τ.Ν. (περ.«Μανδραγόρας» τεύχος 28, 2002)

16) A.: «Τελικά η ποίηση κινδυνεύει;»

Τ.Ν.: «Όχι, η ποίηση δεν κινδυνεύει. Ούτε από τα μεγάλα συμφέροντα, ούτε από τους εμπόρους που δεν την προωθούν, ούτε από την εξουσία, το υπουργείο παιδείας, τις κρατικές επιτροπές και τον τύπο, ούτε από το καταναλωτικό πρότυπο της κοινωνίας και τη γενική αποχαύνωση. Αρκεί να έχουμε όλοι επίγνωση των ορίων μας και του προορισμού μας. Όπως διαισθάνομαι ότι συμβαίνει με αυτούς τους νέους ποιητές. Θα ήθελα όμως να σας υπενθυμίσω τις κοινωνικές συνθήκες και την κατάσταση του ανθρώπου σε προηγούμενες εποχές, να επισημάνω την αναλλοίωτη φύση του ποιητικού φαινομένου και τη στάση του ποιητή σ’ αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και κόσμος των θαυμάτων.»

17) Α.: «Έχουν δοθεί κατά καιρούς πολλοί ορισμοί στην ποίηση, τι είναι λοιπόν η ποίηση για σένα, τον Τόλη Νικηφόρου;»

Τ.Ν.: «Ποίηση, με τον δικό μου ορισμό, είναι η δια του λόγου αναζήτηση της αλήθειας. Να προσεγγίσεις το απρόσιτο, να αγγίσεις το ανέγγιχτο, να εκφράσεις το ανέκφραστο, το άρρητο. Στην απόπειρα αυτή αναλώνεται η ζωή του ποιητή, Δέσποινά μου. Στη μαγεία αυτού του ωραίου χαμένου αγώνα.»
«Η αληθινή ποίηση, τα μυστικά και θαύματα του κόσμου είναι απλόχερα σκορπισμένα τριγύρω μας παντού. Και τα δικά μας λόγια ισχνά φαντάσματά τους.»Τ.Ν.
«Ποίηση δεν είναι τα γράμματα με το μελάνι στο χαρτί, ποίηση είναι η καθαρή, η έκθαμβη ματιά ενός παιδιού που ανακαλύπτει τα θαύματα και την οδύνη του κόσμου» Τ.Ν. (εφημ. «Γνώμη της Χαλκιδικής», 4/4/2009)

18) Α.: «Τα ποιήματά σου είναι γεμάτα χρώματα, το μαύρο, το κόκκινο, το βαθύ γαλάζιο που είναι το αγαπημένο σου …

«κι έμεινα μόνος, με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου, γαλάζιο που με γέννησε, με φώτιζε και με σκοτείνιαζε, που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε. Έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα.»
Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο,1999)
«Είμαι όλα όσα μου δόθηκαν, μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε, ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα. Ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω, με το δικό μου όνομα γράφω για το δικό σας πόνο, που ούτε δικός μου είναι, ούτε δικός σας. Δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ, γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν, γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι»

… ενώ λούζονται στην κυριολεξία από φως. Τι είναι για σένα το φως;»

Τ.Ν.: «Αν είμαι φως κάποιες στιγμές, αν λαχταράω το φως, αν το φως είναι το κυρίαρχο σύμβολο στην ποίησή μου, η λέξη κλειδί που με μαγεύει, είναι γιατί θέλω διώξω το σκοτάδι. Θέλω να διώξω τον φόβο της τρέλας και του χαμού σ’ αυτόν τον κόσμο της τίγρης. »Προσφεύγω λοιπόν στο φως. Βυθίζομαι στο φως. Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα στο πρόσωπο του ανθρώπου»
«Το φως είναι για το Νικηφόρου τα πάντα: η έκφραση της ζωής, η κατάφαση της ζωής: «υπάρχει μέσα μου ένα φως […] ένα φως που όλα τα ξέρει», «εμφανιζόμαστε μέσα σε ένα γαλάζιο φως», σημειώνει. Το σκοτάδι που θα επακολουθήσει μετά τη μεγάλη λάμψη του τέλους το βλέπει: «Στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα/ στα μάτια μας θα σβήσει η λάμψη» και «το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει». Θα έρθει το τελευταίο γράμμα του αλφαβήτου, το ωμέγα, ως φως, να μας τυφλώσει για πάντα» (περ. « Ποίηση» τ. 24, 2004)
Καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
«υπάρχει μέσα μου ένα φως. Καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου. Υπάρχει μέσα μου ένα ως που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται, μοναχικό που ταξιδεύει απ΄ την αρχή του χρόνου, που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα και δεν παραδίδεται»
«Υπάρχει βέβαια και το φως του δεκτικού και καλλιεργημένου αναγνώστη που, με τρόπο ποιητικό, αποκαλύπτει διαστάσεις μη συνειδητοποιημένες ως τώρα και από τον ίδιο τον ποιητή. Ή του θυμίζει κάτι που έχει εκφράσει σε άλλα ποιήματα. Για παράδειγμα, στο ποίημα «σαν ήλιοι θ’ ανατείλουν …» (« …τα ωραία μάτια των νεκρών μας») …… «θεός και άνθρωποι θα εξισωθούν στο φως».

Προδομένες λέξεις
«στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα/ αυτές που έκαναν κουρέλι οι αιώνες
Οι ίδιες λέξεις από μέσα μου αναβλύζουν
Κόκκινο και βαθύ γαλάζιο , επανάσταση/ αγάπη, όνειρο και θαύματα του κόσμου
Χώμα στον ουρανό και μυστικά, ελευθερία
Και πάνω απ’ όλα η πατρίδα που είναι φως
Και πάνω απ’ όλα η ψυχή μου που είναι φως
Στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα/ στο αίμα μου και στο άγνωστο που είμαι»

«Όπως συχνά συμβαίνει, ανακαλύπτω εκ των υστέρων στα ποιήματά μου πράγματα που δεν είχα τη συνειδητή πρόθεση να πω. Ύστερα από χρόνια λοιπόν, ξαφνικά μου έφεξε ότι το ωκεάνιο άλφα του ποιήματος σημαίνει αγάπη. Από κει αρχίζουν και εκεί τελειώνουν όλα»

19) Α.: «Ποιο στίχο ή φράση από τα ποιήματά σου θεωρείς πως πρέπει να θυμόμαστε συνέχεια;»

Τ.Ν.: «Κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου, να τη ζεστάνω για να ζεσταθώ κι εγώ, και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή, και κλαίω»

Είναι στίχοι από το ποίημα «Αυτοβιογραφία» της συλλογής, «Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας» του 1997)

ena livadi stin omixli
20) Α: «Ας ξαναγυρίσουμε στη γυναίκα, τη συνεχή κι αγαπημένη πηγή έμπνευσής σου. Στο πεζογράφημά σου Τόλη, «Η εξαίσια ηδονή του βιασμού» 2006, θίγονται ορισμένα από τα παθήματα της γυναίκας, «της πιο καταπιεσμένης χώρας του κόσμου», όπως χαρακτηρίζεται στο κείμενο. Τι θα ήθελες να πεις απευθυνόμενος στο γυναικείο κοινό του ηλεκτρονικού περιοδικού μας, Womland;

Τ.Ν.: «Για τις αναγνώστριες του περιοδικού και τη γυναίκα γενικότερα: Θυμάσαι ένα τραγουδάκι που έλεγε: «Χωρίς γυναίκα στη ζωή δεν κάνω βήμα;»gynaika
Ε, αυτό ισχύει για μένα. Η γυναίκα είναι η πηγή της ζωής και η έμπνευση για κάθε μορφής καλλιτεχνική δημιουργία. Σχεδόν πάντα γράφω έχοντας στο μυαλό μου ένα γυναικείο πρόσωπο. Έρωτας, αγάπη, πάθος, τρυφερότητα, εκτίμηση, σεβασμός, θαυμασμός, συντροφικότητα, σε διάφορους συνδυασμούς και σε διαφορετικές δόσεις ανάλογα με την περίπτωση, είναι αυτά που αισθάνομαι για τη γυναίκα. Το έχω πει σε συνεντεύξεις, το έχω γράψει σε ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, παραμύθια και το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.»

«Η γυναίκα μας γεννάει, μας μεγαλώνει, μας ερωτεύεται και μας αγαπάει, γεννάει και μεγαλώνει τα παιδιά μας, μας συντροφεύει σε κάθε βήμα και στο τέλος μας κλείνει τα μάτια. Είναι η ανεκτίμητη σύντροφος μας στη χαρά και τη λύπη στην περιπέτεια της ζωής μας.»

«Ο Τόλης Νικηφόρου εκκινεί από τη στράτευση για μια δικαιότερη συγκρότηση του κόσμου και φτάνει στην εξιδανικευμένη μορφή μιας κοινωνίας ουτοπικής, πέρα από το θάνατο και τα πάθη των ανθρώπων.» (περ. «Πόρφυρας/μικρές επιστροφές,» 2007)

«Το ποίημα ωριμάζει με τρόπο ανεξερεύνητο σε μυστικά κελάρια της ψυχής και επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί. Όταν είναι έτοιμο μέσα μας, βγαίνει στο φως σχεδόν αυτούσιο. Όταν δεν είναι έτοιμο, η δική μας επιθυμία δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Θέμα προκαθορισμένου απαιτούμενου χρόνου στην ποίηση δεν υπάρχει».Τ.Ν. (εφημ. «Γνώμη της Χαλκιδικής», 4/4/2009)

Α.: «Κι έτσι φίλες και φίλοι μου… « εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι…
»μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη της ανατολής ζούσε ένας ήλιος μόνος, σχεδόν παράνομος με την πυρακτωμένη του καρδιά, προορισμένος ν’ ανατέλλει, να φωτίζει, πάντα να βρίσκεται στον ουρανό και να τα βλέπει όλα. είπε η γιαγιά του κόσμου γι ακόμα μια φορά θλιμμένη. Εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα αυτό το παραμύθι, ώρα να πάτε για ύπνο. ε, όπως πάντα, ό ήλιος έζησε καλά κι εμείς βεβαίως καλύτερα» ….
(από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)
»Σ΄ ευχαριστούμε πολύ Τόλη μας και περιμένουμε με αγωνία το επόμενο βιβλίο σου – έκπληξη, όπως μας έχεις συνηθίσει μέχρι τώρα, μέχρι η κιμωλία σου να λιώσει ολόκληρη στο μαυροπίνακα της ζωής, συνεχίζοντας όμως να γράφει στις καρδιές μας το γλυκό τραγούδι της δικής σου ποίησης, τη δική σου μυστική αλφαβήτα, εκείνη που αρχίζει και τελειώνει με το γράμμα ΕΨΙΛΟΝ»
«στη διάλεκτο του επίγειου χώρου, το αλφάβητο αρχίζει με το γράμμα έψιλον, που αναπέμπεται από την έρημο στον ουρανό όπως το μέγα αερόστατο ε λ ε υ θ ε ρ ί α… το αλφάβητο τελειώνει με το γράμμα έψιλον, όπως το ε γ ώ όταν το ένα επικαλείται κι αναζητά στα έγκατα του λόγου, ως έλεος, την αμετάφραστη ουσία των πραγμάτων»
(«το αλφάβητο αρχίζει με το γράμμα έψιλον» συλλογή Χώμα στον ουρανό, 1998)
Α.: Και προτού φύγω, θα δεχτώ με αγάπη την τρυφερή σου πρόταση: Φιλιά!
Πρόταση (από τη συλλογή «μια κιμωλία στον μαυροπίνακα», 2012)
«έχω/ μια αρκουδίσια αγκαλιά/ τη θέλεις;
μεγάλη και ζεστή/ και χωρίς ίχνος μαύρου
το μαύρο κρύβεται/ πίσω απ’ το πράσινο στα μάτια μου/ κι είναι μόνο για μένα
για σένα φυλάω το βαθύ γαλάζιο/ και ιδίως το κόκκινο»
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΩΣΤΑΚΗ
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s