100 χρόνια Πρέβεζα, 84 χρόνια ο Καρυωτάκης κοντά μας

PrevezaΦέτος, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Πρέβεζας (1912) και την ενσωμάτωσή της στον ελεύθερο ελληνικό κορμό, συμπληρώνονται παράλληλα & 84 χρόνια από τη μέρα που ο μεγάλος μελαγχολικός μας ποιητής Κ.Γ.Καρυωτάκης αυτοκτόνησε,

με μια σφαίρα στην καρδιά κάτω από ένα ευκάλυπτο στην πόλη μας, στην περιοχή Αγίου Σπυρίδωνος, στον όρμο Βαθύ της Μαργαρώνας. 

Ήταν η δεύτερη, μα επιτυχημένη αυτή τη φορά, απόπειρα, μετά την περασμένη αγωνιώδη νύχτα που πάλευε με τα κύματα του Ιονίου, στο Μονολίθι, για να κατορθώσει να πνιγεί. Δεν τα κατάφερε όμως την πρώτη φορά. Η θάλασσα, η μεγάλη του αγάπη, πιο δυνατή και σταθερή ακόμη κι από την τρικυμιώδη σχέση του με την ποίηση, αφού “η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε”, όπως πίστευε, δεν τον άφησε. Το σμαραγδένιο Ιόνιο, που βρέχει δυτικά τις πιο μαγευτικές, απέραντες αμμουδερές παραλίες της πόλης και ολοκλήρου του νομού μας, του έδωσε ευκαιρία ζωής, έκρινε άκαιρο και άδικο το θάνατό του.

Τέτοιες ευκαιρίες ζωής, πραγματική φτωχομάννα, η Πρέβεζα έδινε από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας της, από όταν ακόμα ήταν έναlogo 100 xronia preveza μικρό ψαράδικο χωριό, λόγω της στρατηγικής της θέσης. Κτισμένη ανάμεσα από τις δυο θάλασσες, τον Αμβρακικό και το Ιόνιο, ήταν ο πορθμός και το πέρασμα κάθε λογής κατατρεγμένων που εναπόθεταν σε κείνη τις τελευταίες τους ελπίδες σωτηρίας, ένα καινούριο ξεκίνημα ζωής. Εκεί όσοι άξιζαν, εύρισκαν τρόπο να επιβιώσουν και να χαρίσουν την ευγνωμοσύνη τους μαζί με τη διαφορετική τους κουλτούρα, συνοδευόμενα βέβαια από σκληρή δουλειά. Άλλωστε ο πολύδωρος Αμβρακικός, θησαυρός σωστός, τότε κυρίως, καθώς και η μεγάλη ανάπτυξη και εντατική- για πολλά χρόνια- λειτουργία του λιμανιού της πόλης με τον πολύτιμο διαμετακομιστικό του ρόλο, συνέβαλλε πολύ σ’ αυτό.

Ο απέραντος Ενετικός ελαιώνας, ακόμη, ήταν ό,τι έπρεπε για να δημιουργηθούν κι άλλα επαγγέλματα στη δούλεψή του από τους νεόφερτους εργάτες της γης.
Εργάτες της γης, εργάτες του λιμανιού και της θάλασσας, από κοντά και οι νέοι προσφυγικοί πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν μετά τη μεγαλύτερη καταστροφή της ιστορίας μας, τη Μικρασιατική καταστροφή (1922), από κοντά και οι κτηνοτρόφοι και νομάδες, όλοι κομμάτια ενός ιδιαίτερου κοινωνικο-οικονομικού παζλ της ζωής μιας πόλης, που αγωνιζόταν μετά από πολλά δεινά, χαλασμούς και λογιών- λογιών αφεντάδες να επιβιώσει, να ορθοποδήσει και να αποκτήσει επιτέλους την κοινωνικοπολιτιστική της ταυτότητα, πράγμα που προσπαθεί μέχρι σήμερα, ίσως, αφού η πολυπολιτισμική της, σε βάθος χρόνου, ιδιότητα- πέρασμα δεν καθιστούσε εύκολα δυνατό.

Εκτός αυτού και λαθεμένες εκτιμήσεις και προβληματικές κατευθύνσεις και δραστηριότητες τόσο των τοπικών αρχόντων, όσο και της κρατικής μηχανής, του τομέα της διοίκησης που ευνοούσε πάντα την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πόλεις, αφήνοντας την επαρχία έρμαιο της τύχης της, έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα ακόμη.

Ο Καρυωτάκης ήρθε στην στην πόλη μας με δυσμενή μετάθεση τον Ιούνιο του 1928, μετά από ανελέητο κυνηγητό των προισταμένων της υπηρεσίας του για τη συνδικαλιστική του δράση στο Υπουργείο Προνοίας περισσότερο, τις εμπεριστατωμένες απόψεις και κρίσεις του για την εξυγείανση της οικονομίας και τη δημιουργία εσόδων στο κράτος για να ανταπεξέρθει στην οικονομική κρίση. Κατηγορήθηκε επίσης- χωρίς ποτέ να του δώσουν την ευκαιρία να απολογηθεί -και για διαρροές επισήμων…οικονομικών ατασθαλιών της υπηρεσίας του σχετικά με χρήματα που προορίζονταν για την αποκατάσταση των προσφύγων και ο Καρυωτάκης ήταν άμεσος γνώστης των καταστάσεων καθώς υπηρετούσε στο Γραφείο Αποκατάστασης Προσφύγων. Κάτι που ο προιστάμενός του Μ.Κύρκος δεν ξέχασε ποτέ.

Η μετάθεση στην Πρέβεζα ήρθε μετά από επίσης δυσμενή απόσπαση για λίγο στην Πάτρα και τιμωρίες- κατακρατήσεις μισθού για μεθοδευμένες, ανυπόστατες αιτίες και ταλαιπωρίες κάθε είδους που μόνο οι Δημόσιοι υπάλληλοι, χωμένοι στη σκόνη των διαταγμάτων του χαρτοβασιλείου τους και αναγκασμένοι να σκύβουν υποταγμένα το κεφάλι, δουλικά όργανα, “νοικιασμένοι άνθρωποι”, μπορούν να καταλάβουν, αφού λίγο-πολύ όλοι το έχουν νιώσει στο πετσί τους. Πληρώνεται ακριβά βλέπετε το “βρέξει- χιονίσει λεφτά στην τσέπη” του σοφού λαού μας, καθώς πρέπει να απαρνηθεί κανείς την αξιοπρέπεια και την κριτική οπτική των πραγμάτων και να υποκύψει στο νόμο της Σιωπής, αν θέλει να εξακολουθεί απρόσκοπτα την εργασία του.

Ο Καρυωτάκης, αν και ευαίσθητος και άτολμος στην προσωπική του ζωή, με ασθενική εμφάνιση και φυσική ευγένεια και ντροπαλοσύνη, δεν δέχτηκε να υποκύψει. Μέσα από το συνδικαλιστικό λόγο του και ειδικά μέσα από το σπουδαίο- αν και μικρής έκτασης έργο- του, ποιητικό και πεζό, εξωτερικεύει μια γλυκιά μελαγχολία, μια μικρή σκιά, που από συλλογή σε συλλογή γίνεται η ειρωνεία του πνιγμένου λυγμού, γίνεται θλίψη για τον πόνο των πραγμάτων και του ανθρώπου , μετά σαρκασμός και ιδιαίτερα αυτοσαρκασμός και αυτοειρωνεία, κραυγή καταγγελίας αλλά και συναίσθησης της δυστυχίας που επικρατεί, οξύς πόνος γιατί “οι άνθρωποι δεν ακούνε”. Η αδιέξοδη, για κείνον που τη βίωνε, κατάσταση, έγινε ασφυκτική. Η σκιά που τον ακολουθούσε “σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού” γιγάντωσε, έγινε αληθινό φάσμα θανάτου που οδήγησε σταθερά στην άρνηση της ζωής, σε τέλεια απογοήτευση και παραίτηση με αποτέλεσμα την αμετάκλητη απόφασή του για αυτοκτονία:
“Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω, και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου. “Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου”, θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω!”

Οι νοσταλγικές ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος, της παιδικής ηλικίας, δεν αρκούν για να γίνουν “νηπενθή” φάρμακα της μεσοπολεμικής μελαγχολίας του. Το ίδιο και η ποίησή του, το αγαπημένο καταφύγιο του πόνου του, χάνει το λυτρωτικό της ρόλο, τον απογοητεύει και τον προσπερνάει τελικά, αφού την αφήνει πίσω του, αδέσποτo να “βουίζει το τραγούδι πάνωθέ” του , παρέα με τα “χάχανα του κόσμου”- φρικτά γνωστά από τα παιδικά του χρόνια- και τον άνεμο.

Δεν μπόρεσε τελικά να βρει τη “βασίλισσα λέξη του κόσμου”, εκείνη που θα του εξασφάλιζε τη συνέχειά του στην ποίηση, την άψογη ιστόρηση των καταστάσεων, την κατανόησή του από τους ανθρώπους και την αναγνώριση, τη δόξα- γιατί όχι;

H αρνητική κριτική του Β. Ρώτα την άνοιξη του 1928, μετά την κυκλοφορία των “Ελεγείων και Σατιρών”(1927) του, δεν του άφηνε αισιόδοξα περιθώρια για τη συνέχιση του έργου του, αν και από το Γενάρη του ’28 είχε αρχίσει να σχολείται με την πεζογραφία, εγκαταλείποντας- όχι για πολύ όμως- την ποίησή του, παίζοντας μαζί της τα συνηθισμένα παιγνίδια των ερωτευμένων. Τα δημιουργικά φτερά του κόπηκαν , μας λέει:
“Έχω κάτι σπασμένα φτερά. “Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το Καλοκαίρι αυτό.Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιές αγάπες, για ποιο ταξίδι ονειρευτό”.

Ο τρυφερός, ιδανικός πρώτος έρωτας είχε κάνει φτερά από χρόνια στη ζωή του. Το πρώτο εφηβικό καρδιοχτύπι, κει κάτω στα Χανιά της Κρήτης, εκείνη η παραδείσια “αχτίδα” ζωής στο σκοτάδι της ψυχής του έσβυσε γρήγορα, χάθηκε, μαζί με το γέλιο και το ξύπνημα της νιότης:
“Δροσούλα το ιλαρό το πρόπσωπό της, κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι. Πώς μ’ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης, πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!”
“Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος, κι ελύγισα σαν από τρυφερότη, εγώ που μ’ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.”

Το ‘ριξε στις φοιτητικές του παρέες, τα γλέντια, τα ξενύχτια αναδεικνύοντας και στην τέχνη του το σατιρικό, αστείο, πειρακτικό του εαυτό, το παιδί που έκρυβε πάντα μέσα του. Εκείνο το παιδί που ξεχείλιζε αργότερα πικρόχολες, μαύρες, πένθιμες σκέψεις στο χαρτί, γεμάτο ειρωνικές εκρήξεις απογοήτευσης και καταγγελίας που θεωρήθηκαν α-κοινωνικές, μισάνθρωπες, χωρίς να σκύψει κανείς πάνω στο έργο του και να αποκαλύψει εκείνο το παιδί, να το ενθαρρύνει, να στεγνώσει με συμπόνοια τα δάκρυα της ψυχής του, αφού νοιαζόταν για τον άνθρωπο, υπέφερε κι ο ίδιος.

Ο μεστός, αισθητά δυνατός και διαφορετικός έρωτας, ήλθε όταν δεν τον περίμενε, όταν δεν υπήρχε θέση στη ζωή του πια για κείνον. Ήρθε στο πανέμορφο, δυναμικό, πολλαπλά χαρισματικό πρόσωπο μιας ποιήτριας της γενιάς του, της Πολυδούρη. Ο ποιητής αρνήθηκε τον έρωτα και την κοινή ζωή τους για λόγους που είχαν να κάνουν με την εποχή, αλλά και με την υγεία του, καθώς είχε, όπως το ομολόγησε κι ο ίδιος, την “ωχρά σπειροχαίτη”, το μικρόβιο της σύφιλης. Στο τελευταίο στάδιο, αυτό θα ισοδυναμούσε με τρέλα, εκεί οδηγούσε.

Δεν γινόταν, λοιπόν, να πληγώσει ούτε τους γονείς του που ποτέ δεν θα ενέκριναν τη σχέση, ούτε να καταστρέψει τη ζωή μιας γυναίκας με όνειρα και άπειρες δυνατότητες να βρει την ευτυχία κάπου αλλού. Εξάλλου, η ζωή που θα της πρόσφερε θα ήταν μοναχική, στερημένη κοσμικής ουσίας και ενδιαφερόντων της γυναικείας ψυχολογίας, γεμάτη από τη μονοτονία και τις ιδιοτροπίες ενός δημιουργού καλλιτέχνη- συγγραφέα, μόνιμα ερωτευμένου με μια άλλη γυναίκα, την ποίηση, τη Μούσα του. Τι πιθανότητες ευτυχίας μπορούσαν να υπάρξουν; Έπρεπε να υποτάξει στη λογική το πάθος του για κείνη. Και το έκανε, παρόλο που αυτό έκανε και τους δυο δυστυχισμένους και οδήγησε γρηγορότερα στο τέλος του άχαρου δρόμου της ζωής που ήταν ο Θάνατος:
“Καὶ στάθηκα μπροστὰ σε δυο μάτια με δίχως ταίρια, ωραία σα λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά, που μου μυνούσαν την αυγή, μα ωιμένα, ήταν αστέρια, που μου είχαν ρίξει λίγο φως κι αυτό διαβατικά.” Μ.Π.

Θα μπορούσε, βέβαια, να ελπίσει τουλάχιστον στη φιλία, αν δεν αποδεικνυόταν παράξενα αναξιόπιστος ο καλύτερός του φίλος, ο Χαρίλαος Σακελλαριάδης που έζησε μαζί του όμορφα, ξένοιαστα εφηβικά χρόνια. Εκείνος, ακολουθώντας άλλο δρόμο, ξεμάκρυνε, δεν έκρυψε ποτέ την αντιπάθειά του για την Πολυδούρη και δεν του συμπαραστάθηκε στην αντιδικία του με το περιοδικό “Ελληνικά Γράμματα” όταν φιλοξένησε την βαρύνουσα, μοναδική αρνητική κριτική για την τρίτη , κυρίως, συλλογή του, ενώ ήταν μέλος της ομάδας του περιοδικού και μπορούσε να επέμβει κάπως. Αλλά και μετά την αυτοκτονία, εσιώπησε ως το 1938, που η οικογένεια του Καρυωτάκη του εμπιστεύθηκε την έκδοση των Απάντων του ποιητή. Εκεί, λέει απλά τα αυτονόητα, ενώ δεν παραλείπει να μιλάει για “σχιζοειδή, αρρωστημένη συμπεριφορά,” “διχασμένη, συμπλεγματική προσωπικότητα”, βαριά κατάθλιψη, άκρατο εγωισμό και φιλοδοξία, όλα όσα, δηλαδή, συνοδεύουν τις απόψεις για τον ποιητή ως σήμερα. Εκείνος έχει ακόμη την ευθύνη για τις δημοσιεύσεις προσωπικών τους συνομιλιών με τον Καρυωτάκη, προσπαθώντας να υποβάλλει και να προβάλλει στην ανάγνωση αυτών των αυστηρά προσωπικών στοιχείων της επιστολογραφίας τους ένα εγωπαθές, αρρωστημένο, καταθλιπτικό, “καταραμένο” πορτρέτο Dorian Grey του ποιητή. Και ο παραμορφωτικός του καθρέφτης λειτούργησε αποτελεσματικά όπως φάνηκε.

Αφού λοιπόν ούτε η αγάπη, ούτε η φιλία, ούτε η νοσταλγία των περασμένων και η επίπονη αλλά αδιάφορη μίσθια δουλειά ήταν “πρόσχημα” ζωής για τον ευαίσθητο, ρομαντικό ποιητή, έχοντας εισπράξει την αυταπάτη και αποτυχία του έρωτα και της ποίησης, τον διωγμό του σαν συνδικαλιστής, την απομάκρυνσή του από την πνευματική του τροφό, την Αθήνα- μόνιμα πια όπως αντιλαμβάνεται- ο Καρυωτάκης αντικρύζει καθαρά το αδιέξοδό του, πίσω από το “τεράστιο μαύρο παραπέτασμα” των γεγονότων της ζωής του, νιώθει πως ο θάνατος όχι μόνο παραμονεύει, όπως το ένιωθε από πολύ παλιά, αλλά τον περιμένει:
“Zοφερή νύχτα, ξέρω, πλησιάζεις. Με ζητούνε τα νύχια σου. Στα χνώτα σου βλέπω που ωχριούν άνθη και φώτα. Στ’ απλωμένα φτερά σου με σκεπάζεις.”

Μεγαλωμένος με αυστηρή ανατροφή, από καλή αστική οικογένεια, κατανοεί τη δύναμη της θέλησης του Θεού στους ανθρώπους. Μόνο που για κείνον μοιάζει με μια σιδερένια πυγμή που “ δε συντρίβει μα συνέχεια τιμωρεί”. “Ποια δύναμη Θεού μας κυβερνάει”, αναρωτιέται μέσα από την ποίησή του. Οι λίγες ελπίδες πως κάτι θα άλλαζε, όταν ήταν πια στην Πρέβεζα, πως δηλαδή θα ξαναγύριζε σύντομα πίσω στην Αθήνα, εξανεμίστηκαν.

Ένα γράμμα, ένα μοιραίο γράμμα με άγνωστο περιεχόμενο, που έλαβε στις 20 Ιουλίου το πρωί, από τον πρώην προιστάμενό του, όπως λένε οι μαρτυρίες, τον έφτασε στο όριο της σιγής για πάντα. Ο σαφής εκβιασμός – πληρώνοντάς τον με το ίδιο νόμισμα, ως φαίνεται – για την αποκάλυψη ενός, δήθεν, σκανδάλου που αφορούσε άμεσα τον ίδιο, και υπονοείται στην τελευταία του επιστολή, εξάλειψε κάθε περιθώριο για επιθυμία να ζήσει.

Ακόμη κι εκείνη η στιγμιαία αισιοδοξία στο πεζό του “Κάθαρσις” που ολοκληρώθηκε στην Πρέβεζα, μετά το δραματικό του ξέσπασμα: “Kανάγιες! Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει”, εξαφανίζεται, την καταπίνει το κενό, η άβυσσος. Βλέπει το Άπειρο να καγχάζει απέναντί του, την Απεραντοσύνη να ετοιμάζεται να τον υποδεχθεί. Εκείνος είναι συμφιλιωμένος πια με το θάνατο, παρατηρείται η πορεία της συμφιλίωσης αυτής μέσα από τις συλλογές και το εν συνόλω έργο του. Έχει καταφέρει να διώξει το φόβο του “Αχέρωντα”, του Άδη. Έτσι, στην Πρέβεζα, βρισκόμενος στο κρίσιμο σταυροδρόμι της απόφασης, έχει να επιλέξει ανάμεσα στο δρόμο της ζωής, που η Πρέβεζα θα μπορούσε να του δώσει ,όπως σε τόσους άλλους, και στον υγρό δρόμο του Αχέρωντα και της Αχερουσίας λίμνης, εκεί που ο Χάρος καπετάνιος οδηγεί τις ψυχές στο καθαρτήριο του Άδη.

Ο Καρυωτάκης όμως έχει αποφασίσει. Θα συνεχίσει να υπακούει σ’ εκείνη τη φωνή – “φάντασμα που κλαυθμηρίζει”, που του ψιθυρίζει συνέχεια στ’ αυτί από τον πρόλογο των “Νηπενθών” του ακόμη: “Έλα, ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!”Της απαντά για μια ακόμη φορά, την τελευταία: “Ναι! γλυκιά ζωή” και ρίχνεται στη δίνη του θανάτου.
Όλα γύρω του τα σκεπάζει ο Θάνατος. Τη φύση, τα σπίτια, τους ανθρώπους, τον ήλιο ακόμη.

Παρά την προδοσία της θάλασσας που αγαπά και δεν τον δέχτηκε σιωπηλό ερευνητή στο βυθό της, εκείνος αγοράζει την άλλη μέρα, 21 Ιουλίου 1928, το περίστροφο. Το δοκιμάζει μα εκείνο δεν λειτουργεί. Δεύτερη ευκαιρία ζωής στην πόλη που τον φιλοξένησε έστω και για λίγο, στην πόλη που άδικα κι ανεύθυνα έγινε στόχος ριπών δυσφημιστικών δημοσιευμάτων περί “ηθικής αυτουργίας” της στην αυτοχειρία του ποιητή της θλίψης. Δόθηκε βλέπετε νεκρά τροφή και κάναν τρελό χορό τα “όρνεα” μυρίζοντας το αίμα.

Εκείνος επιμένει. Το πηγαίνει πίσω, ενημερώνεται για το τράβηγμα της ασφάλειας του όπλου προκειμένου να λειτουργήσει και γύρω στις 3 μετά το μεσημέρι κάθεται να δροσιστεί, να ατενίσει ακόμη λίγο τη ζωή που τον πλήγωσε θανάσιμα, στο καφενεδάκι “Ουράνιος κήπος”.  Η απόφαση πάρθηκε, το σημείωμα “να το, σύντομο, απλό, βαθύ , καθώς ταιριάζει” και κατά τις 5 το απόγευμα , λίγο μετά το εκκλησάκι του αγίου Σπυρίδωνα, σε ειδυλλιακό περιβάλλον “βρήκε τη γαλήνη με μια σφαίρα στην καρδιά”, όπως αναγράφει και η επιθανάτια μαρμάρινη πλακέτα που τέθηκε στο σημείο εκείνο από την Περιηγητική Λέσχη Πρέβεζας μετά από καιρό.

Η Πρέβεζα, παρόλο το σάστισμα, που έγινε αναστάτωση και δικαιολογημένη οργή, τον τίμησε και με δρόμο στο όνομά του και με ορειχάλκινο ανδριάντα και διεξαγωγή επιστημονικού συμποσίου το 1986 με πλήθος ομιλιών. Γίνονται ακόμη προσπάθειες να γίνει μουσείο το σπίτι που έμενε. Και ο κόσμος ενημερώνεται συνεχώς με ομιλίες και εκδηλώσεις για να επιτευχθεί η τελική συμφιλίωση ανάμεσα στους κατοίκους της πόλης και τον παρεξηγημένο αυτόχειρα, μελαγχολικό ποιητή.

Στην τελευταία του επιστολή γράφει μεταξύ άλλων: “Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν π΄ντα έρμαια των δισταγμών τους, κ’ εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περσότεροι, μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι”.

Η εποχή μας, σαν αντανάκλαση εκείνης της σκοτεινής, ρημαγμένης, γεμάτης αναθυμιάσεις εποχής του Μεσοπολέμου φέρει τις ίδιες ενδείξεις και συμπτώματα , αλλά και αποδείξεις άθλιων καταχρήσεων της εμπιστοσύνης του λαού και δημοσίου χρήματος μαζί με ένα σωρό άλλα.

Μικροί ήρωες νοούνται όλοι όσοι αγωνίζονται καθημερινά να αντιμετωπίσουν το βάρβαρο, απάνθρωπο πρόσωπο μιας παγκόσμιας, όπως φαίνεται, εξουσίας, που απαιτεί να συνθλίβει συνειδήσεις και κάθε αντίσταση για ιδιοτελείς σκοπούς των λίγων, των …εκλεκτών.Υπέροχο αγαθό η ζωή και με την αισιοδοξία που η ελπίδα μας παρέχει ομορφαίνουμε τον καθημερινό μας αγώνα, του δίνουμε τη “χρυσή πανοπλία” των ιδανικών, της επιθυμίας για συνέχιση και εξέλιξη.

Μήπως όμως, κάπου – κάπου πρέπει να τραβάμε τον μανδύα μιας ψεύτικης, ανεδαφικής αισιοδοξίας, να βλέπουμε την πραγματικότητα “γυμνή” και να την αντιμετωπίζουμε όπως της αξίζει και όπως μας αξίζει, όχι σαν “μάζα”, μα σαν “λαός”, που κάποιοι αθετούν τις εντολές του;

Μήπως όλοι όσοι αυτοκτονούν στις μέρες μας δεν είναι καταθλιπτικοί και τρελοί; Πόσο ακόμη θα παριστάνουμε τον…Πόντιο Πιλάτο ‘νίπτοντας χείρας ματωμένας’; Τόσο πολύ έχουμε εξοικειωθεί με τον άδικο, απροσδόκητο θάνατο, την εθελουσία έστω αφαίρεση της ζωής, ώστε δεν μας φαίνεται ούτε φρικτό, ούτε παράξενο; Τόσο απάνθρωποι, αποκτηνωμένοι έχουμε γίνει λοιπόν;
Μακάρι να μην αποδειχθούν προφητικά τα λόγια του ποιητή, μακάρι να είναι όλα αυτά που ζούμε ένα άθλιος εφιάλτης και όχι πραγματικός εξευτελισμός του ανθρώπου και της ζωής.
Ελάτε, ας γνωρίσουμε τον ποιητή μέσα από το έργο του, με αληθινό ενδιαφέρον, καλή διάθεση, κι αγάπη.“Πάρε τα δώρα της ψυχής σου κι έλα”, φωνάζει ο ποιητής. Ο καθένας κάτι έχει να κερδίσει. Και θα τον καταλάβει, θα νιώσει όλη την αγωνία του, ως το τέλος.
Κι όσοι από μας περιδιαβαίνουμε στο όμορφο Βαθύ, τη γραφική λιμνοθάλασσα του Αμβρακικού μας, ας σταθούμε λίγο στον τόπο που έκοψε άδοξα το νήμα της ζωής του, ας αφήσουμε ένα βλέμμα, μια λέξη συμπάθειας, ένα λουλούδι Φεύγοντας, μπορεί ν’ ακούσουμε την ίδια εκείνη φωνή να ξεχύνεται, να πλανάται γύρω, να ουρλιάζει παράξενα κι απόκοσμα τα τελευταία λόγια της σ’ εκείνον που έφυγε:“Κράτησε τα όνειρά σου. Οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!”.

AΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΩΣΤΑΚΗ ~ Εκπαιδευτικός


.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s