Κώστας Καρυωτάκης: Αφιέρωμα από την Αλεξάνδρα Κωστάκη Γ’

polidouri kariotakisΒ’ μέρος του αφιερώματος στον Κώστα Καρυωτάκη… παρακάτω το τελευταίο μέρος

Βαδίζοντας στον πεζόδρομο του Καρυωτάκη

Τον Καρυωτάκη, σαν λογοτέχνη, παρατηρεί ο Γ. Σαββίδης, όλοι μας τον  γνωρίζουμε από κάποια ποιήματά του που μας άφησαν ανεξίτηλες εντυπώσεις. Παραμένουν όμως σχεδόν άγνωστα τα ουκ ολίγα πεζογραφήματά του που δημοσιεύτηκαν κυρίως μετά το θάνατό του και πιθανώς επισκιάστηκαν από το μύθο του Αυτόχειρα ποιητή. Από το 1919 ως το 1928- δηλ.από ηλικίας 23 μέχρι και 32 ετών- ο Καρυωτάκης δημοσίευσε επωνύμως 11 πεζά κείμενα, από τα οποία 6 δημοσιεύτηκαν κατά τα δυο τελευταία χρόνια της ζωής του. Ειδολογικώς, σύμφωνα πάντα με τον Σαββίδη, τα 11 αυτά κείμενα χωρίζονται σε 5 λογοτεχνικά, 4 παραλογοτεχνικά και πολιτικά. Τα καθαρά λογοτεχνικά είναι : ένα πρωτότυπο διήγημα με τίτλο”Το καύκαλο’, ένα επιμνημόσυνο σημείωμα για τον άδοξο ποιητή Ιωσήφ Ραφτόπουλο, ένα εγκωμιαστικό σημείωμα για την παράσταση του Προμηθέως Δεσμώτου στις Δελφικές Εορτές και δυο μεταφράσεις, δηλαδή, μια πεζή απόδοση τουποιήματος του Μπωντλαίρ που βρίσκεται σε θέση προλόγου στα “Νηπενθή” και η βιαστική μετάφραση ενός εκτενούς φανταστικού διηγήματος του Χόφμαν. Ένα χρόνο , όμως, μετά το θάνατο του Καρυωτάκη, το 1929, δημοσιεύτηκαν απανωτά 5 άλλης κλάσης πεζά του, όλα γραμμένα στα δυο στερνά χρόνια της ζωής του. Τα 5 πρωτόφαντα εκείνα πεζογραφήματα , μαζί με άλλα 4 της ίδιας περιόδου, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στα 1938, σχημάτισαν πλέον μια νέα, τελείως απροσδόκητη και υπολογίσιμη όψη της λογοτεχνικής κληρονομιάς του.
“Το καύκαλο” είναι ένα πρωτόλειο γραμμένο με ασυνήθιστη οικονομία γραφής και δομής. Πέρα από την κατά συνθήκην μακάβρια σκηνοθεσία- όλη η συζήτηση γίνεται από την νεκροκεφαλή- το μεσαιωνικό θέμα μιας πρωτοβάθμιας “μελέτης θανάτου”, χρησιμεύει εδώ ως πρόσχημα για την υποβολή μιας οδυνηρής, καίρια ερωτικής εμπειρίας, δια μέσου βιωμένων εικόνων της κοινότοπης αντίθεσης ή συζυγίας Έρως- Θάνατος. “Τόσο ο εγωκεντρικός φίλος και συναξαριστής του Καρυωτάκη, όσο και ο παλαιός συμφοιτητής μου Κώστας Στεργιόπουλος”, συνεχίζει ο Σαββίδης, “έγραψαν πως “Το Καύκαλο” δείχνει φανερά επηρεασμένο από τον Έντγκαρ άλαν Πόε”. Στο “Σαν πρόλογος”, μεταφράζει σε πεζό, ένα ποίημα του Μπωντλαίρ, όπως ήδη έχουμε πει, ενώ το σπαρακτικό κείμενό του “Η τελευταία”, παρουσιάζει έξοχο μορφολογικό ενδιαφέρον, αφού  “η ασθματική του ελλειπτικότητα…μας παρέχει ένα από τα πιο πρώιμα δείγματα πεζού εσωτερικού μονολόγου της ευρωπαικής λογοτεχνίας…και μιαν εγρήγορση καλλιτεχνικής συνείδησης”.

Τα επόμενα σύντομα κείμενα του Καρυωτάκη, αποτελούν ενιαία χρονολογική ομάδα και γιατί βρέθηκαν ομοιόμορφα καθαρογραμμένα- όλα εκτός από το τελευταίο-, σημάδι ότι τα προόριζε για δημοσίευση,  αλλά και για το λόγο ότι έλαβαν την οριστική τους μορφή στην Πρέβεζα, από τα τέλη Μαίου 1928 ίσαμε τις 20 Ιουλίου της μοιραίας χρονιάς: “Ο κήπος της αχαριστίας”, είναι ένα καθαρόαιμο πεζό ποίημα, που δηλώνει μια ηθική, αινιγματική  αλληγορία χωρίς προηγούμενο , αλλά και χωρίς συνέχεια στο έργο του. “Ο ονειροπόλος”, γραμμένος σε τρίτο πρόσωπο ενικού, αρθρώνεται σε πέντε αριθμημένα κεφάλαια, που το καθένα εκθέτει, με κλινικήν ειρωνεία, σημαδιακές στιγμές από τον ψυχικό και διανοητικόν αγώνα κάποιου ανθρώπου, ο οποίος κατέχεται από την έμμονη ιδέα ότι ο χρόνος υπάρχει στον Χώρο. Νομίζει, λοιπόν, πως αν συλλάβει με χημικά πειράματα τον Χωροχρόνο, θα απαλλαγεί από την φρεναπατηλή, συνωμοτική καταπίεση του κοινωνικά συμβατικού Χρόνου, δηλαδή από τον πλασματικό φόβο της αλλαγής και της φθοράς.  Στο τρίπτυχο πεζογράφημα που τιτλοφορείται ειρωνικά ¨Τρεις μεγάλες χαρές” και προσχολιάζεται σαρκαστικά από το “όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος” του Σολωμού, παρουσιάζεται αρχικά ένας “Καλός υπάλληλος”, ένας άμαχος, γερασμένος γραφιάς, συμβατικά ευσυνείδητος, που εκτονώτεται ιδιωτικά με ασήμαντες ρουτίνες, όπως πίνοντας το νηπενθές κρασάκι του σε μια γνώριμη ταβέρνα και είναι “ευτυχής”. Το δεύτερο μικροδιήγημα με τον κυνικό τίτλο “Ένας Πρακτικός Θάνατος”, αντλημένο από τη δημοσιουπαλληλική εμπειρία του Καρυωτάκη, αφηγείται συμπονετικά την εξευτελιστική ταλαιπωρία μιας Αρμένισσας π΄ροσφυγίνας, που επιτέλους κατορθώνει να βρει ένα είδος προσωρινής στέγης, και που μόνο στο θάνατο του μωρού της μπορεί να πιάσει δουλειά και να νιώσει “σχεδόν ευτυχής”. Τέλος το τρίο και εκτενέστερο διήγημα με τον συνθηματικό τίτλο “Δεσποινίς Bovary”, αφηγείται την πρώτη, εκπρόθεσμη, σεξουαλική εμπειρία μιας αστής γεροντοκόρης, που μεθυσμένη από την έκθετη μοναξιά της μέσα σε ένα αγοραίο πλήθος, παραδίνεται σε κάποιον χυδαίο, τρυφερό, εξωπραγματικόν αλήτη που γίνεται σχεδόν αμέσως ευτυχής, αλλά εκείνη ,μονάχα εντέλει, και μάλλον αμφίβολα. Οι “Τρεις μεγάλες χαρές”, γράφτηκαν τον Ιανουάριο του 1928, τότε που ο Καρυωτάκης είχε δηλώσει στον Σακελλαριάδη, κατά δήλωση του ιδίου, πως “θ’ αφοσιωθεί αποκλειστικά πια στα πεζά, παρατώντας τα ποιήματα”, δήλωση που βέβαια δεν τηρήθηκε απόλυτα, γιατί δίπλα στις επόμενες πεζογραφικές του αναζητήσεις, ο Καρυωτάκης πρόφτασε να γράψει τρια σατιρικά ποιήματα (“Αισιοδοξία”, “Όταν κατέβουμε…” και “Πρέβεζα”) που αποτελούν το επιστέγασμα του καθαρώς ποιητικού του έργου.   Το επόμενο πολύ διαφορετικό πεζογράφημα έχει τίτλο “Φυγή”, μπορεί να πρωτογράφτηκε στην Πάτρα μετά το Καρναβάλι του 1928 και είναι αρθρωμένο σε 4 ανισομεγέθεις ενότητες. Πρόκειται για πρωτοπρόσωπη, αποσπασματική εξομολόγηση- σαν σελίδες ημερολογίου- και έχει χαλαρή, ελλειπτική γραφή όπως ταιριάζει στο πιο απεγνωσμένο και αδιέξοδο κείμενο του Καρυωτάκη. Η φυγή, ακόνη κι όταν δεν ισοδυναμεί με αυτοκτονία, συνεπάγεται οπωσδήποτε απότομη μεταβολή βιοτικού χώρου και χρόνου, εγκατάλειψη αφόρητων συνθηκών ζωής, ίσως με την ελπίδα μιας καλύτερης ή διαφορετικής ζωής. Η δομική ανισορροπία γίνεται ακόμη πιο αισθητή στο “Εγκώμιο της Θαλάσσης”, χωρισμένο σε δυο μέρη ανόμοια μεταξύ τους, όχι μόνο σε έκταση μα και σε τόνο. Εδώ, το κείμενο αφήνει μια χαραμάδα καθαρτήριας ελπίδας, την οποία όμως, ως γνωστόν, η θάλασσα της Πρέβεζας αρνήθηκε μέχρις εσχάτων. Το τελευταίο του καθαρογραμμένο  πεζό, η πασίγνωστη “Κάθαρσις”, με τον βίαιο τόνο της κοινωνικής διαμαρτυρίας του, έγινε μαζί με το σύγχρονα γραμμένο ποίημά του με τον συμβολικό τίτλο “Πρέβεζα” το μεγαλύτερο μεταθανάτιο “σουξέ”. Το ύστερο και βραχύτερο πεζό κείμενο του Καρυωτάκη έχει τίτλο “Η ζωή του” – το μόνο χρονολογημένο “Ιούλιος 1928”- και αφηγείται την “ανώδυνη, ανεπαίσχυντη, ειρηνική” τελική φάση της ζωής του ανώνυμου φίλου.

Ποιοι ήταν οι λόγοι όμως που ώθησαν τον Καρυωτάκη να εγκαταλείψει το “φθονερό καταφύγιο της ποίησης” και να στραφεί στην πεζογραφία τον τελευταίο χρόνο της ζωής του; Βέβαια, είχε προηγηθεί “το  Καύκαλο”, που δημοσιεύτηκε στο “Λόγο της πόλης” το 1920, αλλά τότε ο ποιητής ήταν 24 χρονώ, μόλις είχε δημοσιεύσει την πρώτη του ποιητική συλλογή “Ο πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων” και βρισκόταν  ακόμα στο στάδιο των εκφραστικών πειραματισμών και  αναζητήσεων.  Τα 9 πεζά όμως, που γράφτηκαν τον τελευταίο χρόνο της ζωής του ποιητή (1927-1928), προαναγγέλλουν ένα τέλος, σύμφωνα με τον Κ. Παπαγεωργίου,, “αποτελούν τους πικρούς καρπούς μιας ανεξέλεγκτης, όσο κι επώδυνης εκφραστικής κρίσης, αξεδιάλυτα συναρτημένης με ένα πνευματικά και σωματικά βιωνόμενο υπαρξιακόαδιέξοδο”. Η εκφραστική αυτή κρίση προκύπτει τόσο από  τη μαρτυρία του φίλου του Σακελλαριάδη που αναφέραμε παραπάνω, όσο και με το γράμμα του στη “Νέα Εστία” (20-3-1928) όπου αντιδρώντας στην κριτική του Βασίλη Ρώτα για τα “Ελεγεία και Σάτιρες”… “Όσο για τα ποιήματά μου, επαναλαμβάνω πως αυτά είναι μια προσπάθεια που δεν ξέρω αν θα καταλήξει πουθενά”. Συμπεραίνεται ακόμη από τις “ρωγμές” των παραδοσιακών του στίχων, πράγμα που κάνει το Ζήσιμο Λορεντζάτο να θεωρήσει τον Καρυωτάκη τον πορθμό ή το δίαυλο ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νέα ποίηση. Όλα τα πεζά του είναι αψευδείς μάρτυρες της πολύπλευρης και λαβυρινθώδους κρίσης που έχει εισέλθει ο ποιητής, μιας κρίσης που τον ωθεί στην υπέρβαση των ασφυκτικών ορίων της ποίησης, οδηγημένος σ’ ένα χώρο, όπου απαλλαγμένος από τη σιδερένια πανοπλία του ποιητικού λόγου, να μετετρέψει τον πόνο του σε έκφραση απαλλαγμένη από τους άτεγκτους περιοριστικούς όρους της ποιητικής πολιτείας. Στον πεζό λόγο, βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να μιλήσει με την εσωτερική φωνή του, που ακούγεται ταπεινή και αφτιασίδωτη, πραγματοποιώντας το ιδανικό του να μιλήσει “χωρίς ύφος”, ακόμη κι έξω από το ποιητικό πεδίο. Εδώ, η συνειδητή ή υποσυνείδητη άρνησή του για επικοινωνία και συννενόηση με τους άλλους, τον κάνει να μετέρχεται ένα λόγο διαπερασμένο, διαβρωμένο απ’ το υπέρογκο αίσθημα της μοναξιάς του. Έξω από το γνωστό του “φθονερό καταφύγιο” της ποίησης, νιώθει μια πρωτόγονη, άγρια, σχεδόν επικίνδυνη ελευθερία, που του επιτρέπει να εξωτερικεύσει την υπαρξιακή του αγωνία και την απόγνωση που έχει περιέλθει, μια απόγνωση που θα τον οδηγήσει σε εκφραστικούς τρόπους άγνωστους , αρυμοτόμητους στην Ελλάδα του 20, όπου κυρίως ανθεί η ηθογραφία. Η αφηγηματική εκδοχή των τραγικών σωματοποιημένων αδιεξόδων του ποιητή, παρουσιάζει στοιχεία που την εντάσσουν στους κόλπους του μοντερνισμού. Ο χώρος όπου συμβαίνουν όλα είναι ασαφής και απροσδιόριστος, ατμόσφαιρα του ονειρικού και του εφιάλτη, λες, ενώ οι άνθρωποι, οι ήρωές του, είναι όντα ανύπαρκτα, χωρίς χαρακτηριστικά και ιδιότητες, σχεδόν πάντα αθύρματα της μοίρας, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους βαθύτερους λόγους ή τα κίνητρά τους. Τόσο τα πεζά , όσο και τα τελευταία του ποήματα, σημειώνει ο Σπύρος Βρεττός, έχουν γραφεί “εν καθόδω”, αφού ο συγγραφέας διακατεχόμενος από το οδυνηρό συναίσθημα της ματαιότητας κάθε ψυχικής επαφής και συνεννόησης με τους ανθρώπους, την αίσθηση της αοριστίας που φτάνει στα όρια της ανυπαρξίας μοιάζει σα να “θνήσκει ζώντας”, ενώ μέχρι τώρα “ζούσε θνήσκοντας”. Γιαυτό και δεν εμφανίζεται πριν, πουθενά σ’ όλο το έργο του, τόσο “μαύρο”, “μαύρο” που υπέχει θέση διαβατηρίου για την οικειοθελή κατάβασή του στο θάνατο. Όπως ο Μπωντλαίρ στα “Άνθη του Κακού”, έτσι και ο Καρυωτάκης εκφράζει την άρνησή του απέναντι στη στυγνή πραγματικότητα με την καταφυγή στην αναπόληση των περασμένων και κατεξοχήν στον παράδεισο των παιδικών χρόνων, που αποτελεί μια εκδοχή του ιδανικού κόσμου. Στη συνέχεια προχωρεί, μας πληροφορεί ο Ε. Καψωμένος, μέσα από την αξονική αντίθεση φαινόμενο/ουσία, στην αναζήτηση ενός ιδεατού κόσμου, που εμφανίζεται , όπως και στον Μπωντλαίρ, σε δυο εκδοχές: μια θετική, μιας ιδανικής υπερβατικής πραγματικότητας και μια αρνητική, του άγνωστου, του ερέβους, του αινιγματικού χάους. Μέσα στα πλάισια αυτά, όμως, ο ποιητής αποκαλύπτει ότι ακόμα και θετικές εκδοχές της εμπειρικής πραγματικότητας, που τροφοδοτούν ψευδαισθήσεις διαφυγής στο ιδανικό, κρύβουν μια ουσία σκοτεινή, δυσοίωνη, απειλητική, την άβυσσο, το χάος και το θάνατο. ‘Ετσι, η αναζήτηση υπερβατικών ερεισμάτων που να εξισορροπούν την ευτέλεια της καθημερινότητας, παραμερίζεται από μιαν ανέλπιδη γνώση, που οδηγεί στη συνείδηση του μάταιου, στην απόρριψη κάθε ψευδουποκατάστατου, στην πλήρη απόγνωση.
 Κορύφωση σ΄αυτή την πορεία θα μπορούσε να θεωρηθεί η παραδοχή του Κοσμικού Τίποτε, του Απόλυτου Μηδενός, που συνδέεται με τη συνείδηση της τραγικότητας του κόσμου και τη συνακόλουθη οριστική επιλογή του θανάτου έναντι της ζωής. Η κατάληξη αυτή συνδέεται με απηχήσεις του Μαλαρμέ, του τελευταίου μεγάλου υπερβατικού συμβολιστή, ειδικά στη χαρακτηριστική αντίθεση “Μηδέν – Άπειρο. Άλλωστε, είναι γνωστό, πως κι ο Μαλαρμέ διερευνώντας λογικά το πρόβλημα της φύσης του ιδεατού κόσμου, κατέληξε ότι πέρα από τον αντικειμενικό κόσμο δεν υπάρχει παρά το απόλυτο κενό: “Το τίποτα που είναι η αλήθεια”. Αργότερα βέβαια από την επίδραση του Χένγκελ, θα καταλήξει στη φόρμουλα ότι ο ιδεατός κόσμος  βρίσκεται κρυμμένος στο κενό, ή αλλιώς, ότι “το άπειρο περιέχεται μέσα στο μηδέν”.
“Τα πεζά του Καρυωτάκη είναι αφηγήματα χωρίς αφηγηματικά εκφωνήματα, δηλαδή χωρίς “πραγματική” – ενδοκειμενικά εννούμε δράση-”, καταλήγει ο καθηγητής Ερατοσθένης Καψωμένος. “Είναι…αφηγήματα χωρίς αφήγηση. Η κυριαρχία των τροπικών εκφωνημάτων καθιερώνει την κυριαρχία των υποκειμενικών καταστάσεων έναντι της αντικειμενικής εμπειρίας, ακυρώνοντας τη δράση. Αλλά ούτε και πεζόμορφα ποιήματα μπορούνα να χαρακτηριστούν”. Παραδέχεται δε, ότι υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην τέχνη και την προσωπική ζωή του Καρυωτάκη, ότι δηλαδή η στροφή στα πεζά αποτελεί αναμφίβολα μια προσπάθεια υπέρβασης του αδιεξόδου, που όμως, από υποκειμενική και αντικειμενική αδυναμία, καταλήγει σε αποτυχία. Συγκεκριμένα: “Η ισοτοπία που ορίζει την ποίηση αλλά και την τραγική μοίρα της ζωής του καρυωτάκη είναι το σχήμα της αντίφασης. Η αρχή που αποδέχεται τη συνύπαρξη των αντίθετων και ασυμβίβαστων όρων, καταργώντας την τυπική λογική, χαρακτηρίζει γενικά τις εποχές κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Αν η διαπίστωση αυτή ισχύει, το έργο του καρυωτάκη, και κατεξοχήν τα πεζά του της τελευταίας περιόδου, αποτελούν την οξυδερκέστερη μαρτυρία της στενής συνάφειας και συνέπειας ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη, στην ιστορική κρίση και στη λογοτεχνική γραφή”.

Η Πρέβεζα του μεσοπολέμου και ο Καρυωτάκης

“Αλίμονο! Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω,
με ρόδο που μαραίνεται και γίνεται χλωμό!
Το αίμα δεν τρέχει. Θάλεγε κανείς πως φυλλορροώ…
Κι αφού πια τώρα ενύχτωσε  – για θάνατο νυστάζω!” (“Επίλογος”, μετάφραση στα “Νηπενθή”)

Η Πρέβεζα του Καρυωτάκη και του Μεσοπολέμου, όπως μας πληροφορεί ο Ευάγγελος Αυδίκος, στο Συμπόσιο που έγινε για τον Καρυωτάκη στην Πρέβεζα 11-14 Σεπτέμβρη το 1986, προσδιορίζεται ως αστική μονάδα και θαλάσσιος εμπορικός κόμβος από τις ιδιαίτερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες αποτελούν έκφραση και συνέπεια των προηγηθέντων ιστορικών γεγονότων (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄Παγκόσμιος πόλεμος, Μικρασιατική εκστρατεία) και ταυτόχρονα της καινούριας φυσιογνωμίας της Ελλάδας στο πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η Πρέβεζα του Μεσοπολέμου στα 1928, είχε μόλις 16 χρόνια στον εθνικό κορμό, ενώ με τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η οικονομική πολιτική που χαράσσεται από την κεντρική εξουσία δεν ενθαρρύνει  μια αναπτυξιακή πολιτική στην επαρχία.  Η τύχη της Πρέβεζας επομένως ήταν συνδεδεμένη με την τύχη της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ειδικά επί Αλή πασά, η Πρέβεζα  αποτελούσε τον πνεύμονα εξαγωγικής και εισαγωγικής δραστηριότητας της τουρκοκρατούμενης βορειοδυτικής Ελλάδας, ενώ μετά την απελευθέρωση, εξακολουθεί να έχει κίνηση αλλά χάνει προτεραιότητα λόγω αλλαγής κρατικών αρτηριών. Η κύρια εμπορική δραστηριότητα στο νεοελληνικό κράτος γινόταν από τον Πειραιά, τη Σύρο, την Πάτρα. Παρ’ όλα αυτά, το λιμάνι αποτελούσε για την Πρέβεζα του Μεσοπολέμου πηγή ζωής. Ο πληθυσμός της στα 1928 ανέρχεται σε 8.629 κατοίκους που ασχολούνται με διάφορα επαγγέλματα και κυρίως με το εμπόριο, τη ναυτιλία, την αλιεία, και λιγότερο με τη γεωργία και κτηνοτροφία. Η στρατηγική της θέση και ο διαμετακομιστικός ρόλος της προσδιορίζουν την πορεία της. Τα αστικά στρώματα της πόλης έχουν μικροαστικό ως μεσοαστικό χαρακτήρα και είναι οι εκτελωνιστές, οι εισαγωγείς και εξαγωγείς, καθώς και μερικοί έμποροι και αντιπρόσωποι που , οι περισσότεροι, στηρίζουν την ύπαρξή τους στο λιμάνι. Έχουν μεταπρατικό χαρακτήρα.

Γενικά η Πρέβεζα εκείνα  τα χρόνια, πληρώνει κι αυτή το τίμημα του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας μας, την Ελλάδα των δυο ταχυτήτων. Από τη μια η Ελλάδα της Αθήνας και των μεγάλων αστικών κέντρων και από την άλλη η Ελλάδα της επαρχίας που εξαθλιωμένη, αιμορραγούσα, αναλαμβάνει να αναπληρώσει τις ζημιές από τη μικρασιατική καταστροφή και ταυτόχρονα να συνεισφέρει στη μείωση του ελλείματος εισαγωγών- εξαγωγών, αφού μαστίζεται από φόρους παντού, σε όλα τα είδη. Η φορομπηχτική πολιτική αποδυναμώνει και στην Πρέβεζα τα λαικά εισοδήματα έτσι που μειώνεται, ακόμη περισσότερο, η καταναλωτική τους ικανότητα και προκαλεί την απελπισία του εμπορικού κόσμου και όχι μόνο. Η πόλη έχει χώρους που εγκυμονούν εστίες μόλυνσης από έλη και το χείμαρρο του Καρυδά, ενώ η κατάστασή της είναι αθλία με αναρχούμενους δρόμους, με σκόνη το καλοκαίρι και λασπόνερα το χειμώνα που τους καθιστούν προβληματικούς.Οι κάτοικοι δεν έχουν τη δυνατότητα να συχνάζουν σε εστιατόρια. Ουζερί και καφέ- Αμάν είναι τα στέκια τους. Την ίδια εποχή αναπτύσσουν δραστηριότητα η Φιλαρμονική και ο Φιλικός Όμιλος, στην προσπάθειά τους να σπάσουν το κλίμα της αβεβαιότητας. Αυτή ήταν η Πρέβεζα το καλοκαίρι του 1928, όταν μετατέθηκε ο Καρυωτάκης.  Εισερχόμενος για λίγους μλήνες στη ζωή της, φωτογράφισε σχεδόν την επαρχιακή μιζέρια. Η φωτογραφική απόδοσή του πλαισιώνεται με την αντίστοιχη ανθρωπογεωγραφία της επαρχίας: από τη μια οπι εργαζόμενοι της μίσθιας δουλειάς, το υπαλληλικό προσωπικό της Νομαρχίας  – “καλότατοι άνθρωποι κι αυτοί και όλοι οι άλλοι φουκαράδες που στεγάζονται στο ίδιο με μένα άσυλο” και από την άλλη οι εντόπιοι της πρωτογενούς οικονομίας – “πρωτοξάδερφοι του Μπαρμπαγιώργου”, που συνιστούν το συνηθισμένο γραφικότατο κοινό του καφενείου της παραλίας. “Αυτή η συνολική αίσθηση της παρακμής”, τονίζει η Δώρα Μέντη “μνημειώθηκε στην καρυωτακική “Πρέβεζα”τη μορφή ενός αργόσχολου και ελλοχεύοντος θανάτου εξαπλωμένου όχι τόσο “στους μαύρους τοίχους με και στα κεραμίδια”, στους άσημους δρόμους “με τα λαμπρά μεγάλα ονόματά τους” ή στο κυριαρχικό φως του ήλιου, όσο στην πενιχρή κοινωνική κινητικότητα της ελλιπούς μερίδας και της δημοσιουπαλληλικής αδράνειας,  που εκπροσωπείται σε καθημερινή βάση από το δάσκαλο και τον αστυνόμο της περιοχής, ενώ σε εξαιρετικές περιστάσεις πλαισιώνεται από τους ήχους της στρατιωτικής μπάντας και την παρουσία του κ. Νομάρχη.
“Ο Καρυωτάκης αρνείται την υπάρχουσα κοινωνική ζωή. Με τις “Ελεγείες” του, με τις “Σάτιρές’ του, με τα πεζά του”, παρατηρεί και ο καθηγητής Μ. Μερακλής. Και ακόμα παραπέρα, με τη συνδικαλιστική  δραστηριότητά του, όπως μας αποκαλύφθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Παραδέχεται εξάλλου πως”πρέπει εξάλλου να δεχθούμε, πως είναι κατ’ ουσίαν τυχαίο, ότι βρέθηκε, στην έσχατην ώρα στην Πρέβεζα. Μπορούσε να τον έχει μεταθέσει η κεντρική εξουσία σε μιαν άλλη επαρχιακή πόλη. Η κατάληξη, κανονικά, θα ήταν η ίδια. Η πανομοιότυπη σε όλες τις περιπτώσεις των επαρχιακών πόλεων ατμόσφαιρα του Μεσοπολέμου θα εξωθούσε τον υποκειμενισμό του, με όλα, όσα είχε υποστεί, στο ίδιο απεγνωσμένο τέλος. Θυμίζω, ότι το ποίημα “Πρέβεζα”, το τελευταίο που έγραψε ο ποιητής και το είχε στείλει μαζί μ’ ένα γράμμα σε συγγενικό του πρόσωπο, είχε τον τίτλο (“Επαρχία”). Στο αντίγραφο, που κράτησε ο ίδιος, έγραψε τον τίτλο (“Πρέβεζα”)”:

“Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται/ στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται/ καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι/με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη/ ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους”.

Και το έργο του, για μια φορά ακόμη, μιλάει και για τον ίδιο, άρρηκτη η σχέση της ποίησης με τη ζωή του ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα, το ένα συμπληρώνει, επεκτείνει ή επεξηγεί και δικαιολογεί το άλλο.
Ο θάνατος πια πρωτοστατεί στο είναι του, αυτή η σκιά που “… μ’ ακολουθεί από πάνω / σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού. Είναι μαζί μου όπου να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω/ και δεν μ’ αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του Θεού”, λέει χαρακτηριστικά στις Ελεγείες του. Είναι το “τεράστιο μαύρο παραπέτασμα” που  γράφει στο “Εγκώμιο της θαλάσσης 1”, που θολώνει τη σκέψη του, αποδυναμώνει τις αισθήσεις του, τις εξουδετερώνει, ρίχνει  την ψυχή του στις λάσπες, αφού, “Είμαι ο Φαίδων ριγμένος στη λάσπη”, μια ψυχή, που για κείνη ισχύει πως “κατάμονη σε μι’ άκρη…ένας ακόμη θά ‘σουνα νεκρός,/ αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη”. Παντού μπροστά βλέπει το θάνατο, όχι τη φύση, δεν διακρίνει πια τα πρόσωπα και τα αντικείμενα , όλα έχουν σκεπαστεί από θανατερό σκοτάδι απόγνωσης. Το σώμα του ανθρώπου-ποιητή εκουράστηκε, λύγισε, κόπηκε στα δυο, συσπείρεται στρεβλωμένο, όπως στα “Ηλύσια” του, η ψυχή θέλει να δύσει επιτέλους. Μόνο οι τάφοι έχουν ησυχία, “λες κι αυτοί χαμογελούνε”. Η “Ζοφερή Νύχτα” που επικαλέστηκε  πλησίασε να τον τυλίξει για τα καλά. Όχι, δεν υπάρχει  λόγος για καθυστέρηση, για αναβολή , για αργοπορία, “ ένα ξερό δαφνόφυλλο” έχει πέσει το “πρόσχημα του βίου του”, έχασε και τη χρυσή πανοπλία, έχει απογυμνωθεί. Πολύ αργά για νέες χίμαιρες. Οι Δον Κιχώτες – “του Ονείρου οι ιππότες”- επέστρεψαν, “παράφρονες , ωραίοι ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο”, δείχνουν στον ήλιο “την ανοιχτή, τη μάταιη πληγή”. Ρήγας κι εκείνος, πολύ πλούσιος “αλλά χωρίς ισχύ”, νέος, αλλά από τώρα γέρος, τίποτε “δε φαιδρύνει  πλέον το μέτωπο του αρρώστου”, ούτε το χρυσάφι όλου του κόσμου. Στις φλέβες του, σαν πτώμα,  τρέχει της λήθης το νερό. Το μόνο που μπορεί να θελήσει, να σκεφτεί, είναι η φυγή για τον κάτου κόσμο, να κόψει η μοίρα η τραγική το νήμα “των άδειων ημερών” που ζει, χωρίς πίστη, χωρίς αγάπη, χωρίς έρμα, ανδρείκελο σωστό, κάτω από μια σιδερένια , μεγάλη πυγμή που όλο πιέζει και τιμωρεί.
“Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα”, δεν τη βλέπει όμως τώρα, για κείνον μόνο θάνατο και χολή θα φέρει. Όλα ζητούν το θάνατό του τριγύρω, το βλέπει καθαρά: η φύση, τα άνθη με τα κατακόκκινα, αδηφάγα τους στόματα,  ο ελαιώνας, η θάλασσα, ακόμη κι ο ήλιος, “θάνατος μέσα στους θανάτους”. Οι κάργιες είναι όπως κι οι άνθρωποι που τον απειλούν, τον κυνηγούν ανελέητα, δεν τον αφήνουν ήσυχο, θέλουν το κακό του, να τον πονέσουν με χίλιους τρόπους. Καλύτερα να κρύβεται κανείς, να παριστάνει το νεκρό, γιατί δεν τα βγάζει εύκολα πέρα με την ψεύτικη πειθώ τους , την ωραιοποιημένη κακία. Στ’ αυτιά του αντηχεί “θεέ μου το φριχτό γέλιο των ανθρώπων”, “τα χάχανα του κόσμου”, μαζί με το σφύριγμα του ανέμου θα κρατούν το ίσο στο “αδέσποτο τραγούδι” του, όταν θα’ ρθει η ώρα. Έστω “δέκα μονάχα στίχοι”, να μείνουν πίσω του, σαν “τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη, κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός”.
Θάνατος είναι και τα “ψεύτικα αισθήματα, ψεύτη του κόσμου” κάποιων γυναικών, η υποκρισία που φτάνει στα όρια της αγγαρείας στον έρωτα, “σαν να καθαρίζουνε κρεμμύδια”,  η αυταπάτη της αγάπης, που κάποτε τον πότιζε σαν “κατάξερο ασφοδίλι”, τον έκανε να μη νιώθει “ναυαγός και μόνος”. Τώρα πίσω από τα προκλητικά χαμόγελα και ρούχα κυριαρχεί μόνο η αγωνία για εξασφάλιση καλού συζύγου και μετά “ο οδηγός δια τας μητέρας”. Υπάρχουν και  κάποιες που, εν γνώσει τους, εκτός της αγοραίας ομορφιάς, δωρίζουν και σύφιλη. Μόνο η Πολύμνοια, η μούσα του, απ’ όλες τις γυναίκες, άξιζε την αγάπη του, αν και γνώριζε πως μέσα στα μάτια της, σαν τα φιλούσε, θάβρισκε τα “χρυσονείρατα και τους θανάτους και τη βασίλισσα λέξη του κόσμου”, που πάντα αναζητούσε, καθώς και “το παράξενο φως του έρωτός του”. Βαρύ το τίμημα του θανάτου, αλλά τουλάχιστον είναι αληθινός. “Νεκρός, θά’ μαι σαν άθλιο καταστάλαγμα/ στη μνήμη φίλων, συμποσιαστών. Μα θά’ χω λησμονήσει τα πλήθη των αστών,/ τη δόξα, το χρήμα και το συνάλλαγμα”. Μοιάζει εύκολο να συνομιλήσει κανείς μαζί του, η σωματική απουσία αντικαθιστάται από την ποίησή του, είναι ολοζώντανη, όσα χρόνια κι αν περάσουν, μιλάει για κείνον, απαντάει:
_Και η αγάπη ποιητή; “Πες, η αγάπη τι έχει γίνει, /στα τραγούδια σου που υμνούσες,/ της καρδιάς η φλόγα εκείνη, /που σ’ εθέρμαινε κι εζούσες;”
_ “ Είναι η φλόγα στάχτη κρύα, /είναι τάφος η καρδιά μου, /κι είναι οι στίχοι σαν υδρία/ με την τέφρα του έρωτά μου”.
_ Ξέρω ένα ζευγάρι όμως, που  αγαπήθηκε πολύ , ο Κώστας ήταν κι η Μαρία.Τι έγινε, για πες μου ;
_ “Aγάπαγαν ο ένας τον άλλονε, /μα δίχως γι’ αυτό να μιλήσουν./ Με μίσος αλλάζανε βλέμματα, /κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν. Εχώρισαν έπειτα, φύγανε, /μες στ’ όνειρο μόνο ειδωθήκαν./ Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:/ εμίσησαν ή αγαπηθήκαν;”
_ Και τώρα τι γίνεται λοιπόν, τι;
_Και, “τώρα που μήτε ο έρωτας μήτε η φιλία, μήτε κι αυτό το μίσος” μου φέρνει παρηγοριά στη θλίψη, τώρα που “έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου”, κι “έχασα για πάντα τη χαρά”, που φωνάζω δυνατά μες τη νύχτα “Δυστυχία” και “οι άνθρωποι δεν ακούνε”, τώρα…”θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,/και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου. / Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου”, θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω”.
 Παντοτινό αντίο λοιπόν, στην πρότερη ζωή του, που δεν έφτασε ποτέ στο επιθυμητό, το ιδεατό, το “ανέφικτο”. Αντίο και στην πόλη που τον φιλοξένησε για λίγο, χωρίς ποτέ να έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν πραγματικά, εξάλλου 32 μέρες όλες κι όλες έζησε κοντά της, εκείνος ο ευγενής, ο αριστοκράτης αλλά “ιδιόρρυθμος, μονόχνωτος, μελαγχολικός” άνθρωπος, ο “εξόριστος της ζωής” με τους φτωχούς, καλόκαρδους, μεροκαματιάρηδες που ολοένα πειράζονται μα δεν παρεξηγιούνται, από το “άσχημο χωριό, τα τουρκόσπιτα”. Αν η σκιά του θανάτου δεν είχε γιγαντώσει μέσα του να απαιτεί φυγή από τη ζωή θα καταλάβαινε πόσο πολύτιμη ήταν για τους ανθρώπους του μόχθου, της πολύπαθης πόλης, η παρέα του καφενείου και  τα ευτράπελα για να ξεχνούν, να ξεπερνούν λιγάκι τα βάσανα της μίζερης ζωής, τα καθημερινά αδιέξοδα προβλήματα.  Έτσι μπορούσαν οι απλοί άνθρωποι εκεί να ξεχνιούνται, να αμύνονται και να διατηρούνται στη ζωή,  να βρίσκουν σκοπό και νόημα μες τις μικροχαρές και  στις έγνοιες της, να πιστεύουν σε κάποιο ιδανικό, σε κάποιο ‘θαύμα’, ίσως που να δικαιολογεί την επιμονή και την ελπίδα τους στη συνέχειά της, που κάτι καλύτερο σίγουρα θάφερνε. Ο ίδιος, δικαιολογημένα να ένιωθε λιγάκι ζήλεια, γιατί εκείνοι μπορεί να μην είχαν εντρυφήσει στα μεγάλα μυστικά και μυστήρια της ζωής και  της επιστήμης, αλλά η άγνοια τους χάριζε υγεία και πίστη σε μικρά και  ταπεινά οράματα και μπορόύσαν έτσι να είναι ευτυχείς, γιατί όχι. Εκείνος, με την βαθιά μόρφωση, τον υπέρμετρο σκεπτικισμό  που διύλιζε και απομυθοποιούσε τα πάντα, ως και τη ζωή και τον έρωτα, τους ατέλειωτους δισταγμούς που πάγωναν πια κάθε κρυμμένο αυθορμητισμό που έσβηναν κάθε αδέσποτη αχτίδα ελπιδοφόρας προσμονής, τι κατάφερε τελικά στ’ αλήθεια εκτός του ότι ήταν δυστυχής, αποκρούοντας κάθε πραγματικότητα της άχαρης επαρχίας; Δεν ήταν  τυχερό, λοιπόν να ζήσει και να ταυτιστεί μαζί τους, να πλέξει στίχους τους καημούς και τις χαρές τους. Άλλα είχε η μοίρα αποφασίσει. Για κείνον δεν προορίζονταν Ιθάκη, θα ήταν χειρότερα πληκτική και στάσιμη χωρίς τα συναρπαστικά, αναζωογεννητικά απρόοπτα του ταξιδιού. Για τον Καρυωτάκη η μοίρα όρισε μια πόλη, αδιάκοπο πέρασμα ανθρώπων στο χρόνο, από τ’ αρχαία της τα χρόνια ακόμη, κτισμένη σε στρατηγική θέση κοιτάζοντας προς το δίαυλο του Αμβρακικού, το στενό ισθμό ανάμεσα στις χερσονήσους Πρεβέζης και Ακτίου που ενώνει τις δυο θάλασσες, το χρυσοποίκιλτο καθρέφτη του Αμβρακικού με τα σμαραγδένια, κρυστάλλινα νερά του Ιονίου.Ισθμός κι εκείνος, ο Καρυωτάκης, δίαυλος της νεοελληνικής ποίησης, ανάμεσα σε παραδοσιακή και μοντέρνα, σε καθαρή ποίηση και αναρχούμενη, σε  ηθογραφικό ρεαλισμό και νεοαστικό ρεαλισμό με κοινωνική αιχμή , σε μεγαλοιδεατική, στομφώδη και ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος αλλά αληθινή, συνέδεσε με τη θλίψη του, απόρροια του “πόνου των πραμάτων και του ανθρώπου”, του “περιβάλλοντος” της “εποχής”, την οραματίστρια γενιά του Παλαμά με την απεγνωσμένη αισιοδοξία της γενιάς του ’30. Κυνηγημένος, αλωμένος, πληγωμένος θανάσιμα κι αυτός, όσο βασανισμένη και δύσμοιρη υπήρξε  κι εκείνη η πόλη.
Η Πρέβεζα, χαρακτηριζόταν ακόμη κι από μια αιώνια αντιφατικότητα, μια σύζευξη αντιθέτων, τόσο κοινό φαινόμενο στο έργο αλλά και στη ζωή του ποιητή: Aπό τη μια αποτελούσε τη διάβαση τόσων και τόσων ζωών, στο κυνήγι του ονείρου για το ξεκίνημα μιας καλύτερης ζωής, κι εκείνη να μοιράζει τα προικιά της φιλόξενα – άλλοι της αφοσιώθηκαν , άλλοι ασέλγησαν πάνω της και τη χάλασαν- κι από την άλλη, λίγο πιο  πέρα, κυλούσε τα νερά του ο Αχέροντας κι ο Χάρος διάβαινε τις ψυχές στο σκοτεινό, σιωπηλό κόσμο του Άδη, το βασίλειο του κάτω κόσμου και του θανάτου. Θα μπορούσε ο Καρυωτάκης να επιλέξει τη ζωή, αφού την είδε να “περνά στον ορίζοντα σειρήνα”. Όμως ο Καρυωτάκης δεν άναζήτησε, δεν πεθύμησε μια καινούρια αρχή ζωής στην Πρέβεζα για να του δοθεί. Για κείνον ήδη ήταν αργά, “αξημέρωτη νύχτα η ζωή”, μόνο τη γαλήνη του τάφου, το θάνατο επιζητούσε, χωρίς άλλη αναβολή του “ιδανικού αυτόχειρα” εαυτού του. Όλα είχαν τελειώσει οριστικά.  Όσο για την πόλη, τόσο η αυτοχειρία του Καρυωτάκη όσο και το ποίημά του “Πρέβεζα”, έδωσε για πολλούς λόγους το λογοτεχνικό στίγμα της, που παρόλες τις αρνητικές συνδηλώσεις του, αποδείχτηκε εξαιρετικά θελκτικό ως συμβολικός κοινός τόπος για τους, καρυωτακικούς και μη, νεοέλληνες λογοτέχνες. Στην “Πρέβεζα” (1934) του Φ. Γιοφύλλη:
“στην χαρωπή από μέσα πολιτεία/ που απόξω της φαντάζει σεντεφένια, /
θα σε καλούσα νάρτεις με ηρεμία, / τώρα ποιητή, / που σούλειψε κάθε έννοια.
Θ’ αντίκρυζες στην ίδια περιοχή/  γλυκά τα όσα είδες πικραμένα.
Μα η στενοχωρημένη σου ψυχή/ γυαλιά φορούσε τότε καπνισμένα”. Ακόμα, ο Μιχάλης Γκανάς, στο ποίημά του “Μνήμη Κ.Γ. Καρυωτάκη”, στα “Γιάλινα Γιάννινά” του, αντιστρέφει του όρους, καθώς “δεν είναι η επαρχία αλλά η Αθήνα, που μοιάζει με την Πρέβεζα του Καρυωτάκη”. Έτσι, παρατηρείται γενικότερα για τη λογοτεχνική εικόνα της πόλης, ότι στην πιο πρόσφατη εποχή η άκριτα καταραμένη της εκδοχή υποχωρεί, καθώς ο ήχος της εκπυρσοκρόκρητης του πιστολιού του Καρυωτάκη μετατρέπεται σταδιακά σε συμβολικό απόηχο, έμμονη ίσως, όμως όχι πια πένθιμη επωδός για την πόλη. Η αυτοκτονία του ανθρώπου – ποιητή έπαψε να βαραίνει άδικα εκείνη.     “Όλα έπρεπε νά ‘ρθουν καθώς ήρθαν”,  έλεγε και ο Καρυωτάκης από τα “Νηπενθή” του ακόμη.
 Και  οι αφορμές ήταν υπερβολικά πολλές, βαριές και  ανυπέρβλητες για την ιδιοσυγκρασία του ποιητή. Μια αρνητική κριτική του Βασίλη Ρώτα που κατηγόρησε τον Καρυωτάκη πως αντιμετωπίζει με πεσιμισμό την ελληνική πραγματικότητα  στην τελευταία συλλογή του, “Ελεγεία και Σάτιρες”, επέδρασε άσημα στον ευαίσθητο ψυχισμό του, επιτείνοντας την αίσθηση του θανάτου στην ψυχή του. Στην κριτική αυτή, ανταπαντώντας ο Καρυωτάκης, ρώτησε κατά πόσον  η  αισιοδοξία του Ρώτα συμβιβάζεται περισσότερο με την πραγματικότητα από το δικό του πεσιμισμό. Όταν αποχαιρέτησε την τελευταία φορά την Πολυδούρη, μη μπορώντας να κρύψει την συντριβή και τον οίκτο του, ένιωθε ήδη ότι είχε “σπασμένα φτερά”. Ένα άλλο άσχημο γεγονός βιάστηκε να προστεθεί στη λίστα των λόγων θανάτου του, στις 19 Ιουλίου, όταν – όπως προέκυψε εκ των υστέρων από μαρτυρίες κατοίκων της Πρέβεζας –  ο Καρυωτάκης έλαβε ένα γράμμα από τον πρώην Υπουργό Υγιεινής Μιχ. Κύρκο, τον υπεύθυνο για την “ανήθικο δίωξή του”. “Από τότε ήταν αμίλητος”, μαρτυρεί χαρακτηριστικά ο Γερ. Σκιαδαρέσης, κλητήρας στη Νομαρχία της Πρέβεζας.  “Την άλλη μέρα το πρωί έφτασε σε απόγνωση και αποφάσισε να αυτοκτονήσει”.

Η αυτοκτονία  του Καρυωτάκη, η αποχαιρετιστήρια επιστολή, η αντίδραση της Πολυδούρη

“Χρόνια τώρα,” αναλογίζεται η Λιλή Ζωγράφου, “εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονται, από τα πυρά των πολέμων ή την απάθεια της ειρήνης, θάνατοι χωρίς επέτειο. Οι άνθρωποι πεθαίνουν αμετάκλητα. Οι ποιητές σκοτώνονται μόνο. Οι νεκροψίες δεν ωφελούν. Τα σώματα των ποιητών είναι διάτρητα από την ευαισθησία τους κι από τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων. Τα σώματα των ποιητών είναι σημαίες ήττας. Όμως δεν υπάρχουν ποιητές νικημένοι, όπως δεν υπάρχουν ποιητές νικητές. Υπάρχουν ποιητές”.
  Όπως γνωρίζουμε, πράγματι ο Καρυωτάκης προσπάθησε να βάλει τέλος στη ζωή του με πνιγμό στις 20 Ιουλίου στην παραλία Μονολιθίου, κοντά  στο Μύτικα Πρέβεζας, αλλά χωρίς να το επιτύχει, η θάλασσα που τόσο αγαπούσε, αρνήθηκε, του έδωσε ευκαρία ζωής, δεν τον δέχτηκε στο μαγευτικό βυθό της. “ Τα κύματα τον βγάζουν στον Μύτικα, όπου τον συντρέχει ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας, που τον συνοδεύει ως τα ρούχα του”, μαθαίνουμε από τους Γ.Σαββίδη- Ν.Μ. Χατζηδάκη (1966). “Ο Καρυωτάκης επιστρέφει σπίτι του, παίρνει το πρωινό του και κλειδώνεται στο δωμάτιό του. Γύρω στο μεσημέρι βγαίνει φορώντας κουστούμι, γραβάτα και ψαθάκι και αγοράζει ένα πιστόλι από το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου. Προφανώς δοκιμάζει αν λειτουργεί το όπλο, γιατί σε λίγο εμφανίζεται ξανά στο οπλοπωλείο για να διαμαρτυρηθεί: δεν είχε προσέξει πως το πιστόλι δεν ήταν ασφαλισμένο. Γύρω στις 2μμ. Πηγαίνει στη Βρυσούλα και κάθεται στοπαραλιακό καφενείο “Ο Ουράνιος Κήπος”. Ζητάει καφέ και χαρτί από τον καταστηματάρχη Νιόνιο Καλλίνικο, μένει εκεί περίπου τρεις ώρες, “καπνίζοντας τσιγάρα τό ‘να κοντά στ ‘άλλο, αυτός που σπάνια κάπνιζε” και γράφει το σημείωμα που αργότερα βρήκαν στην τσέπη του. Γύρω στις 5μμ. Πληρώνει και πηγαίνει στην παραλιακή τοποθεσία “Άγιος Σπυρίδων” στο Βαθύ Πρέβεζας. Κάτω από ένα ευκάλυπτο, ξαπλώνεται, με το αριστερό του χέρι – για να μην αστοχήσει- βρίσκει το μέρος της καρδιάς, και με το άλλο τραβάει τη σκανδάλη”.
 “Ένας πρακτικός θάνατος”, όπως τονίζει η Ελ. Κουρμαντζή, που “επιλύει πράγματι πολλά πρακτικά προβλήματα. Κατ’ αρχάς το χρόνιο πρόβλημα της μελαγχολίας του, … της συνδικαλιστικής δίωξής του και  των διαδοχικών μεταθέσεών του. Επιπλέον και εκείνο της μετάθεσής του σε μια “φτωχή πόλη”, όπου δεν θα ήταν δυνατόν να συνομιλεί με λόγια περιβάλλοντα της πρωτεύουσας.”
Και το σημείωμα εκεί, όπως είχε προείπει για τους “Ιδανικούς αυτόχειρες”, στα 1927, προτού έρθει στη μοιραία πόλη: “Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα νάτο,/σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,/ αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο/ για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει” Εκεί, στο σιβυλλικό σημείωμα που βρέθηκε πάνω του, αναφέρεται κι άλλος λόγος της αυτοκτονίας: “Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική…” Όπως  είπε και ο ίδιος στις “Ελεγείες¨του, “Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν,/ άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους,/ τάφοι που πάντα με ανοιχτή χρονολογία προσμένουν,/γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους”. Δισεπίλυτος ο γρίφος της αποχαιρετιστήριας επιστολής. Σε ποιον απευθύνεται και ποια είναι η χυδαία πράξη που του αποδίδουν;
Ο Γ. Σαββίδης συγκλίνει στη διαπίστωση ότι ο Καρυωτάκης δοκίμασε  κάποιες από τις ευφορικές ουσίες που κυκλοφορούσαν και στα καλλιτεχνικά περιβάλλοντα της εποχής, πάντως τη “χυδαία πράξη” που του προσάπτουν, εκέινος την απορρίπτει απόλυτα. Το βέβαιο είναι πως πρόκειται για κάποιον χυδαίο εκβιασμό, κάποια βρώμικη πλεκτάνη, κάτω από ανήθικη, αστήρικτη κατηγορία για να τον απειλήσουν με φανταστικό σκάνδαλο και  να του κλείσουν το στόμα, “φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου” του. Εκείνος επικαλείται ολάκερη την πρότερη ζωή του σαν τεκμήριο αθωότητας, χαρακτηρίζει  ατιμωτικό το θάνατό του και … “φεύγω όμως με το κεφάλι ψηλά. Ήμουν άρρωστος”, θα πει, αλλά το κείμενό του θα λογοκριθεί από τους δικούς του.  Επίσης συμβολικό (και προφητικό μαζί) παραμένει και το εξής χωρίον του σημειώματος της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη: “…Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, κ’ εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχωνται ολοένα περσότεροι, μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι…”
Ο Καρυωτάκης, διανοούμενος και επαναστάτης μαζί, από τη μια επικαλείται (στο πεζό του “Κάθαρσις”) τα “βασανισμένα στήθη χωρικών” που θα σαρώσουν κάποτε με την πνοή τους τους “κανάγιες”, κι από την άλλη κάνει έκκληση στους διανοούμενους και ποιητές να μην είναι “έρμαια” των δισταγμών τους, αλλά να στρατευθούν στην κοινωνική επανάσταση για να μην  καταλήξουν κάποτε σπαραχτικά να πούνε: “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ στο έρμο νησί, στο χείλος του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!”
Η πιστολιά που ακούστηκε από την Πρέβεζα,  ειδοποιούσε πως ο ποιητής αυτός (ποιητής ουσίας και μορφής), αυτή η ολοκληρωμένη προσωπικότητα (“αντιπροσωπικότητα, μα πραγματικότητα”  για κάποιους) που η κραυγή του ήταν στίχος, έφυγε από τη ζωή, με μια γενναία όσο κι απελπιστική πράξη αυτοκτονίας, έξω από τον τυραννικό “πόνο των πραμάτων και του ανθρώπου.
“Ο ποιητής για τον οποίο μπορούσε να υπερηφανεύεται, όσο γι’ άλλον κανένα, η γενεά μας”, γράφει ο Κλέων Παράσχος το 1928, “δεν υπάρχει πια. Με μια χειρονομία που για τους άλλους είναι συχνά αδικαιολόγητη, για κείνον, όμως, που την κάνει πάντα δικαιολογημένη, και που δεν ξέρουμε πότε ακριβώς δείχνει δειλία και πότε θάρρος, έκοψε απότομα την κλωστή της ζωής του”.   
Ο Αλέξανδρος Αργυρίου, σε άρθρο του στην ‘Καθημερινή’ το 1978, συγκρίνοντας την αυτοκτονία του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα (1928) με την αυτοκτονία του συνομήλικού του ποιητή Μαγιακόφσκι στην κεντρική πλατεία της Μόσχας (1930), παραδέχεται μεν τις διαφορές τους, γιατί ούτε τα ιστορικά περιστατικά που έζησαν συμπίπτουν ούτε και οι αισθητικές τους αγωγές – ο μεν Μαγιακόφσκι ανήκει στα προωθημένα φυλάκια της Πρωτοπορίας και είναι ένας από τους κύριους διαμορφωτές της σε ευρωπαικό επίπεδο, ενώ ο Καρυωτάκης ανήκει σ’ ένα προηγούμενο ποιητικό ρεύμα, μέσα στο οποίο η παραδοσιακή ποιητική αντίληψη δίνει τα τελευταία και οριακά δείγματα-   τονίζει όμως ένα τους κοινό σημείο συνάντησης: ότι η ζωή, το έργο και ο θάνατός τους δεν συνιστούν παρουσίες μόνο μέσα στη λογοτεχνία, αλλά αποτελούν και κοινωνικά φαινόμενα, η ανέκκλητη χειρονομία τους έπαιρνε ένα συμβολικό νόημα. Έμοιαζε να απορρέει από τις κοινωνικές συνθήκες που ζούσαν και να εκφράζει την προσωπική διαμαρτυρία τους γι’ αυτές. Η μετριοπαθής απόδοση της αιτίας ήταν ότι υπεύθυνες για την πράξη των δυο αυτόχειρων υπήρξαν οι αντίστοιχες μικρόψυχες γραφειοκρατίες. “Σε πιο φιλόδοξη και ριψοκίνδυνη εκδοχή:”, λέει χαρακτηριστικά, “Στο πρόσωπο του Μαγιακόφσκι αυτοκτονεί η Επανάσταση του ’17. Στο πρόσωπο του Καρυωτάκη ενταφιάζεται η Μεγάλη Ιδέα”.
Λένε, πως η αυτοκτονία είναι ¨μια πράξη δειλίας, μα που χρειάζεται πολύ μεγάλη γενναιότητα για να την πραγματοποιήσει κανείς”.Πώντως, η αυτοκτονία είναι ένα ζήτημα που απασχόλησε από πολύ νωρίς τους υπερρεαλιστές, αφού ο Ρενέ Κρεβέλ απαντώντας στο ερώτημα σχετικής έρευνας “Είναι λύση η αυτοκτονία;”, δίνει μια απάντηση που θα μπορούσε τον Ιούλιο του 1928 να λειτουργήσει ως συνηγορία, λέει η Χ. Ντουνιά, υπέρ του Έλληνα ποιητή: “Λένε πως αυτοκτονεί κανείς από έρωτα, από φόβο ή από σύφιλη. Δεν είναι αλήθεια”… “Η αυτοκτονία είναι ένα μέσο επιλογής. Αυτοκτονούν εκείνοι που δεν έχουν την απαιτούμενη δειλία για να καταπολεμήσουν μια εσωτερική αίσθηση τόσο έντονη που δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί, μέχρι νεωτέρας διαταγής, σαν αίσθηση της αλήθειας” . Το 1935 η αυτοκτονία του ίδιου του Κρεβέλ θα υπογραμμίσει την οριστική χρεωκοπία της συμμαχίας υπερρεαλιστών και κομμουνιστών, αλλά και το τέλος της πρώτης περιόδου του υπερρεαλιστικού κινήματος. Μέσα από αυτή την οπτική, οι “Ιδανικοί αυτόχειρες” του Καρυωτάκη συγγενεύουν με το ακόλουθο απόσπασμα του Αραγκόν: “Αυτοκτονήστε ή μην αυτοκτονείτε, αλλά πάψτε να σέρνετε πάνω στη γη τη γλίτσα του ρόγχου σας, τα πρόωρα κουφάρια σας, μην αφήνετε να εξέχει απ’ την τσέπη σας αυτή η λαβή του πιστολιού που προκαλεί μια ακατανίκητη επιθυμία για μια κλωτσιά στον πισινό. Μη βρίζετε την αληθινή αυτοκτονία με το αιώνιο αγκομαχητό σας”.
Αυτό το απόλυτο της πιστολιάς, κατά τον Θ. Χατζόπουλο, δείχνει την απόσταση που  χωρίζει τον Καρυωτάκη όχι μόνο από τη σχετικότητα της ειρωνείας του Καβάφη, αφού η δική του ειρωνεία γράφτηκε με τέτοιο δραστικό τρόπο στη ζωή του, αλλά και το χάσμα ανάμεσα στον ίδιο και τους ομηλίκους της γενιάς του, χάσμα που για όποιον κοιτάξει με με καθαρό μάτι τα γραπτά του, θα δει ότι προυπάρχει στα κείμενά του ως απόσταση και χάσμα ποιότητας, στα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά. Δείχνοντας πόσο σοβαρά – πόσο πρακτικά – έπαιρνε υπόψη του ο ίδιος ο Καρυωτάκης και την ποίηση και τη ζωή του. Αρκετά σοβαρά ώστε να μην τις υπολογίσει καθόλου, ως να μην ήταν δικές του. Ώστε στο πλήρες αδιέξοδο να προσπαθήσει να ανοίξει δίοδο  όχι με το λόγο αλλά με την πρακτική του όπλου, αυτού από το οποίο ο ίδιος λόγος μας αφοπλίζει. Μας καθιστά δηλαδή άοπλους κι αδύναμους. “Αλλά αυτή η αδυναμία”, συνεχίζει, “που διατυπώνεται με το λόγο, είναι και ο μόνος δυνατός οπλισμός μας στη ζωή και ο μόνος ικανός να μας βοηθήσει να τη ζήσουμε, ο καθένας ως δική του. Πράγμα που ο ίδιος ο Καρυωτάκης δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να δει και να αποδεχτεί. Αφήνοντάς μας ωστόσο την παρακαταθήκη αυτή, μιας ποίησης που φέρνει διαρκώς μπροστά μας ένα ζωντανό βασανιστήριο. Κι αυτή μας επιτρέπει, εμείς να αναμετράμε αλλιώς τη δική του δημιουργία (κι επομένως τη ζωή του) και τη δική μας ζωή”.

Η είδηση της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη, στις 21- 7-1928, φθάνει μέχρι το Φθισιατρείο  “Η Σωτηρία” και συγκλονίζει την Πολυδούρη. Της δίνει τη χαριστική βολή στην ήδη επιβαρυμένη και κλονισμένη υγεία της. Το γράμμα του,  το τελευταίο ίσως που της έστειλε, ακόμα εκεί, στο προσκεφάλι της δίπλα:
“Δεσποινίς, είναι μια εβδομάδα που βρίσκομαι εδώ, και δεν έχω τίποτε άξιο λόγου για να σας πληροφορήσω. Κάθομαι στο γραφείο και βλέπω μια λουρίδα θαλάσσης, ένα πλάτανο, ένα πηγάδι και διάφορα άλλα ασήμαντα πράγματα. Έγγραφα υπάρχουν φύρδην- μίγδην στα συρτάρια. Ευτυχώς δεν έρχονται νέα, και δε θέλω ακόλμη να θίξω τα κακώς κείμενα παλιά. Περιμένω λοιπόν να έλθει το μεσημέρι”.         

                                                                                                                        

Πλημμυρισμένη από τύψεις θα γράψει:
 “Το λίγο που σου απόμεινε, την ύστερη ζωή σου / σ’ αγάπη την μετάβαλες και μου την είχες δώσει.
Εγώ κι αν όλη τη ζωή μου ονόμασα δική σου / τι σούχα δώσει να χαρείς από μια αγάπη τόση;”
Από τότε αψηφά τις συστάσεις των γιατρών, επιδεινώνοντας την κατάστασή της με κρυφές εξόδους απ’ το σανατόριο μκαι ασυλλόγιστες νυχτερινές εξορμήσεις. Γράφει τα πιο σπαρακτικά τραγούδια της, ενώ κρεμάει πάνω απ’ το κρεβάτι της ένα σκίτσο του κι ένα παιχνιδάκι που της είχε κάποτε δωρίσει. Επιζητούσε την συντροφιά φίλων, όπου μιλούσε πάντα γι’ αυτόν με τρόπο που δε μπορούσε κανείς ν’ αμφιβάλει πόσο οδυνηρά την πλήγωνε η ανάμνηση της ζωής που πέρασε μαζί του. Την ίδια χρονιά εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή “Οι τρίλιες που σβήνουν” και την επόμενη, τη συλλογή “Ηχώ στο χάος”. Εκτός από αυτές τις δυο συλλογές η Πολυδούρη  έχει γράψει και αρκετά άλλα ανέκδοτα ποιήματα, καθώς ,και πεζά που διακρίνονται από πλούσιο λυρισμό και αισθαντικότητα. Ανήκει κι αυτή στη λογοτεχνική γενιά του ’20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα ποιήματά της. Είναι μεστή γεμάτη με πηγαίο λυρισμό, που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και πότε- πότε σε σπαραγμό, με φανερή την επίδραση από τοκ Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Πέθανε στις 29 Απρίλη του 1930, σε ηλικία μόλις 28 χρονών. Μοιάζει προφητικό το ποίημα (“ Σαν πεθάνω”):
“Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ’ Απρίλη
όταν αντικρύ θ’ ανοίγει μες στη γλάστρα μου δειλά
ένα ρόδο- μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά”. Ένα από τα πιο σπουδαία, λογοτεχνικά, ανέκδοτα κείμενα της Πολυδούρη, είναι ένα αυτοτελές ημερολογιακό σημείωμα ή εμβρυώδες δοκίμιο εναντίον της αυτοκτονίας, γραμμένο με μολύβι, άτιτλο και ανυπόγραφο, χρονολογημένο 24 Ιουλίου 1929, τρεις μέρες δηλαδή μετά την πρώτη επέτειο της αυτοκτονίας του Καρυωτάκη. Σε χωριστή, αρχικά λευκή σελίδα του χειρογράφου, η Μυρτιώτισσα το έχει χαρακτηρίσει με μελάνη “Σκέψεις για την αυτοκτονία, της Πολυδούρη”:
“Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είναι ένας ανάξιος της ζωής, δεν έπρεπε να την έχει δεχτεί καθόλου. Είναι ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν γιατί είναι άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά. Φισικά είναι τα πεινωτικό να ζει κανείς στο περιθώριο της ζωής, κι όμως να ζει.” Και πιο κάτω: “Ο πόνος είναι το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτείς για να στραγγίσεις τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτείς για να παλαίψεις, ο αγώνας είναι η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είναι μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο- λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθείς όχι η ζωή”.
Eκείνη το στράγγισε το ποτήρι ως το τέλος, ώσπου δεν υπήρχε καθόλου σταγόνα ζωής. Το τέρμα ήταν γνωστό και δεν ήθελε να διαβεί όλη τη διαδρομή μέσα από έναν απρόσωπο και μίζερο δρόμο . Άλλωστε η διαδρομή από το 1923, που πρωτοεμφανίστηκε το σαράκι της αρρώστιας, έως τον Απρίλη του 1930, είχε πολύ χρώμα. Κάποιος, που δεν θα μάθουμε ποτέ, μεσολάβησε για να διευκολύνει το θάνατο της Πολυδούρη.  Δεν ήταν δηλητήριο, ήταν μορφίνη, μας λέει η Ζωγράφου, γιατί η μορφίνη σε προχωρημένη φυματίωση μπορεί να προκαλέσει το θάνατο. Εκείνος, τα χαράματα χτύπησε την πόρτα της Βιργινίας, αδελφής της Μαρίας και της τα εξομολογήθηκε όλα. “Δεν μπορούσα, να της αρνηθώ τίποτα, ούτε και να τη σκοτώσω”, παραδέχτηκε με συντριβή. Η  Μαρία Πολυδούρη πίστευε, πως ο έρωτας είναι αυτός που μένει και μετά το θάνατο:
“Μα τώρα εσιώπησε η καρδιά του / και μόνον ο έρωτάς του μένει / και περπατεί. Και όλοι μας λέμε είναι η σκιά του που τριγυρίζει. Είναι η θλιμμένη/ σκιά του ποιητή”.
Ο Γ. Κορωναίος, σε άρθρο του στη δεκαετία του ’50 αναφέρει σχετικά: “Aν ο Καρυωτάκης δεν απαρνιόταν τον άνθρωπο και αν η Πολυδούρη μπορούσε να συμφιλιώσει τον πληθωρικό εσωτερικό της κόσμο με την πραγματικότητα της εποχής της, ίσως και οι δυο τους να βρισκόντουσαν ανάμεσά μας και η προσφορά τους στα ελληνικά γράμματα να ήταν πολύ μεγαλύτερη. Δυστυχώς αντί να διαλέξουν τον φαρδύ δρόμο που οδηγεί στον άνθρωπο, προτίμησαν το σκοτεινό δρομάκι που οδηγεί στον θάνατο” .

Καρυωτακισμός και αντοχή της ποίησης του Καρυωτάκη

Στα πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου με θέμα “Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός” στις 31 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 1997, ο Δημήτρης Τζιόβας αναφέρει: “Πολύς λόγος έγινε και εξακολουθεί να γίνεται περί καρυωτακισμού χωρίς να έχει καθοριστεί σαφώς τι εννούμε με τον όρο. Μίμηση του έργου του Καρυωτάκη, πεισιθάνατη αντιμετώπιση της ζωής ή μυθοποίηση του ίδιου από ποιητές και κριτικούς;” Συνεχίζοντας, αναρωτιέται  γιατί , μέσα στα χρόνια που συζητιέται αυτό το θέμα ,δεν έχει διαμορφωθεί κατάλογος ησσόνων έστω ποιητών, μιμητών του Καρυωτάκη. Η αφάνεια επομένως ή η στιγμιαία επικαιρότητα εκείνων, δεν δικαιολογεί την επίμονη αναφορά σε καρυωτακισμό, αφού οποιοδήποτε ρεύμα ή συρμός προυποθέτει κάποια συνέχεια, κάποια ενεργή παρουσία εκ μέρος των μιμητών, που στην προκειμένη περίπτωση δεν προσδιορίζεται. Μόνο για μια ατμοσφαιρική συγγένεια ορισμένων νεότερων ποιητών με το κλίμα μεσοπολεμικών ποιητών μπορούμε να μιλήσουμε, παρά αποκλειστικά και μόνο για τον Καρυωτάκη. Και βέβαια υπήρξαν επιδράσεις από την ποίηση του Καρυωτάκη, ακόμη και αντιδράσεις, όπως συμβαίνει και με άλλους ποιητές, επομένως αυτό δεν αρκεί για να δικαιολογηθεί ο όρος ή το ρεύμα του καρυωτακισμού. Οι νεότεροι ποιητές δεν είχαν αναστολές να δείξουν την οφειλή τους στον Καρυωτάκη (με εξαίρεση τον Ελύτη,), γι’ αυτό ο Καρυωτάκης εύκολα συστήνεται σαν ποιητικός πρόγονος. Ήταν για τους περισσσότερους ο ποιητής αρνητής, ο κοινωνικός αντικομφορμιστής. Το δίδαγμά του αφορούσε περισσότερο μια κοινωνική στάση παρά ποιητική – αν και στην περίπτωσή του είναι αλληλένδετες- , εφόσον το κοινωνικό πρόβλημα της ατομικής απομόνωσης και αντίστασης, προσαυξημένο με αρκετή δόση υπαρξιακής αγωνίας και ματαιότητας συγκλίνει με το αισθητικό πρόβλημα  της θέσης και στάσης του ποιητή στην κοινωνία.
Ο Β. Λεοντάρης εκφράζει μια εύστοχη όσο και καίρια θέση για τον Καρυωτάκη: “Κοινωνικός ποιητής ο Καρυωτάκης και συγχρόνως ποιητής της εσωτερικής περιπέτειας, ένωσε τις άκρες των δυο τάσεων, προκαλώντας την τρομερή ηλεκτρική κένωση στο σώμα της λογοτεχνίας μας”.

Ακόμη, βάσει δεδομένων, σύμφωνα πάντα με τον Δ. Τζιόβα, θα μπορούσαμε να διαγράψουμε τέσσερις πτυχές του “καρυωτακισμού”:
1) Η αυτο- υποτίμηση και η αυτο-παρώδηση του ποιητή και του ρόλου του στην κοινωνία, 2) Διαμαρτυρία για κοινωνική απομόνωση και αντίθεση στη θεσμική καταπίεση, 3) Έκφραση του προσωπικού αδιεξόδου, της μελαγχολικής διάθεσης ή της ανοιχτής πληγής και 4) Γλωσσική αιχμηρότητα και στιχουργική παρωδία. Στις συνειδήσεις των νεότερων, ο Καρυωτάκης, εγγράφεται ως κοινωνικός ποιητής, ως αυτός που θέτει επί τάπητος τη σχέση του ποιητή όχι τόσο με την κοινωνία, όσο με την κοινωνική εξουσία.

Ο καρυωτακισμός λοιπόν, δεν είναι τόσο ποιητικό φαινόμενο όσο κοινωνικό και αισθητικό, που αφορμάται από το χώρο της ποίησης για να προεκτείνει την προβληματική σχέση ποιητή και κοινωνικού περίγυρου σε πρόβλημα ατόμου και κοινωνίας. “Έτσι εξηγείται γιατί προσέχτηκε τόσο πολύ ο Καρυωτάκης μετά την αυτοκτονία του, το πιστόλι που τον σκότωσε ήταν σαν το πιστόλι αφέτη”, λέει χαρακτηριστικά ο Ι. Μ .Παναγιωτόπουλος. Η ποίησή του ειδώθηκε μέσα από την κοινωνική καταγγελία που έφτασε στο αποκορύφωμά της με την αυτοκτονία του και, υπ’ αυτή την έννοια, ο καρυωτακισμός ενέχει το χαρακτήρα κοινωνικής αντίστασης. Η αμφισβήτηση του Καρυωτάκη ήταν πιο απειλητική γιατί δεν προερχόταν από στρατευμένο ποιητή κι έτσι ο μόνος τρόπος εξουδετέρωσής της ήταν μέσα από τον αρνητικό μύθο του καρυωτακισμού.
 Μέσα από το πρόσχημα αυτό , κριτικοί σαν τον Καραντώνη, είχαν στόχο την ποίηση με κοινωνική αιχμή. Σύμφωνα με τον ίδιο κριτικό, η καθαρότητα της ποίησης δεν πρέπει να είναι μόνο ιδεολογική αλλά και γλωσσική, έτσι επικρίνεται “η επιπόλαιη και ασυνείδητη ερωτοτροπία με την καθαρεύουσα”, όπως στην περίπτωση της ποίησης του Καρυωτάκη. Ο Καραντώνης το 1935, σε εννεασέλιδο άρθρο του για την “επίδραση του Καρυωτάκη στους νέους” στα “Νέα Γράμματα”, που περιστρέφεται γύρω από την “ολέθρια διαδασκαλία” του “καρυωτακισμού” – κατά τη γνώμη του, έχει διαβρώσει και το Ρίτσο στο “Τρακτέρ “του (1934) – καταδικάζει και την γλωσσική ακαλαισθησία με την ανάμειξη γλωσσικών τύπων της δημοτικής (μαλλιαρής) με της καθαρεύουσας, γιατί αισθάνεται ότι η κοινωνική αμφισβήτηση εκφράζεται και μέσω της γλωσσικής αναρχίας. Προυπόθεση της υψηλής ποίησης, για τον ίδιο, είναι η καθαρή ποιητική γλώσσα, ανυψωμένη “από το στατικό επίπεδο της καθημερινής υπηρεσιακής χρήσης, της πρόχειρης κουβέντας” και απαλλαγμένη από τη “δίγλωσση πεζολογία”.  Εκεί, ο κατεξήν κριτικός της γενιάς του ’30 μιλά για “μια στάσιμη, δίχως νεύρα, και γιομάτη από νοσηρές αναθυμιάσεις εποχή”, που ενώ εντοπίζεται από κυρίως στο διάστημα 1928- 1931, εξακολουθεί να δυναστεύει την ποιητική δημιουργία των μιμητών του Καρυωτάκη, που “γράφουνε τα ποιήματά τους σα να τους τα υπαγορεύει το φάντασμα του αυτοχειρασμένου ποιητή”.
Κακοί μιμητές βέβαια πάντα υπάρχουν, αλλά ούτε προσέχονται ούτε συζητιούνται πολύ. Μήπως τελικά ο καρυωτακισμός δεν ήταν ένας συρμός σαν τους άλλους, αλλά η έκφραση μιας κοινωνικά προκλητικής αισθητικής που αντιβαίνει στη γλωσσική, αισθητική και ποιητική καθαρότητα, όπως την ορίζει ο Καραντώνης στο τέλος του άρθρου του; “ H ποιητική εικόνα ή καλύτερα το ποιητικό όραμα για να εντυπωθεί και να συγκινήσει λυτρωτικά, πρέπει να αναγνωριστεί από τη φαντασία του αναγνώστη σα μια ζωντανή, φυσική και ρυθμική πραγματικότητα, ασύγκριτα όμως πιο τελειωμένη, εξιδανικευμένη και σχεδόν υπεραισθητή. Διαφορετικά, η ποίηση γίνεται πρόζα, καλή ή κακή αδιάφορο, εξυπηρετεί δηλαδή όλες τις άλλες ανάγκες του νου μας, εχτός από την υπέρτατη επιθυμία του να επικοινωνήσει μυστικά με τον υπεραισθητό κόσμο του καθαρού ποιητικού λόγου”. Η συζήτηση περί καρυωτακισμού υποκρύπτει τη σύγκρουση δυο διαφορετικών κριτικών περί λογοτεχνίας. Η μια εστιάζει στον συγγραφέα και η άλλη στο κείμενο.
Την αντίθεση αυτών των δυο κριτικών νοοτροπιών εκφράζει ο Γ. Θεοτοκάς, ήδη από το 1938: “O Kαρυωτάκης, ως άνθρωπος ή μάλλον ως θύμα αγαπήθηκε πολύ, μέσα από το έργο του, από πλήθη νέων. Αγαπήθηκαν τα βάσανά του κι οι πίκρες του…Αγαπήθηκε, τέλος η αυτοκτονία του σα μια θορυβώδης ομαδική διαμαρτυρία. Μια ολόκληρη νεολαία τον ηρωοποίησε σωστά ή άδικα, τον έκανε σύμβολο της δικής της ιδιωτικής ζωής….Αν θελήσουμε όμως να κάνουμε αφαίρεση όλης αυτής της επεισοδιακής συναισθηματολογίας, αν προσπαθήσουμε να κρίνουμε το έργο αυτό καθαυτό, χωρίς καμιά προσωπική προκατάληψη υπέρ ή κατά και με τα αυστηρά πνευματικά κριτήρια, όπως αρμόζει να κρίνουνται τα έργα τέχνης, τι θα μείνει από τον Καρυωτάκη ως ποιητή;”. To επιχείρημα του Θεοτοκά είναι σαφές. Αν η ποίηση του Καρυωτάκη απογυμνωθεί από την προσωπολατρική πανοπλία της, τότε η λογοτεχνικότητά της θα αποδειχτεί αμφισβητήσιμη.
Ο Τίμος Μαλάνος, στο βιβλίο του “Κ. Καρυωτάκης- ένας ηγησιακός” (1938), αφού αντικρούει την άποψη ότι ο Καρυωτάκης είναι αντιπροσωπευτικός της εποχής του, αιτιολογεί την απήχηση του έργου του ποιητή: “Διέπεται από ένα συγχρονισμένο πνεύμα fantaisiste, τόσο καινούριο για τον τόπο μας λλά και τόσο ταιριασμένο με τη βαθλύτερη ψυχική διάθεση του ποιητή. Και δεύτερο, ο πόνος που εκφράζει, είναι τόσο γνήσιος κ’ οι ήχοι του τόσο απαραχτικοί, που δεν μπορεί παρά να συγκινεί, κι όχι μόνο τους σημερινούς νέους μα και τους αυριανούς και, γενικά τον άνθρωπο καθ’ εποχής”. Ο κριτικός Βάσος Βαρίκας, στα 1938, θα καταθέσει κι αυτός τη μαρτυρία του, όπως την παραθέτει ο Γ. Σαββίδης στη μελέτη του “Ο Καρυωτάκης ανάμεσά μας ή τι απέγινε εκείνο το μακρύ ποδάρι”  διερευνώντας εδώ ο Σαββίδης, αν μπορεί το έργο του Καρυωτάκη να εμψυχώσει νεότερες συνειδήσεις): “Εχτός από το πλήθος των ποιητών που τον μιμήθηκαν άμεσα και μας δώσανε το δικαίωμα να μιλάμε για “Καρυωτακισμό” σαν ξεχωριστό ρεύμα, κι αυτοί ακόμη της γενιάς του 1930, οι περισσότεροι τουλάχιστον, αν και επιβλήθηκαν υψώνοντας για σημαία τους την άρνηση του Καρυωτάκη, δεν έπαυσαν εντούτοις να κινούνται στο ίδιο μ’ αυτόν κλίμα. Δεν θ’ αναφερθώ σε ορισμένους, όπως ο Ρίτσος και ο Βρεττάκος, που τα πρώτα τους έργα φέρουν φανερά την επίδραση του ποιητή των “Νηπενθών”, και των οποίων η κατοπινή ‘αισιοδοξία’  φαίνεται να μην αποτελεί στην ουσία της παρά απλή αντίδραση. Προτιμώ να πάρω για παράδειγμά μου τον Σεφέρη, ο οποίος, δίκαια άλλωστε, θεωρείται σαν αρχηγός του νέου ρεύματος. Η απαισιοδοξία… αποτελεί το μόνο υπόστρωμα της ποίησής του… Εδώ βέβαια τον πανικό, που χαρακτηρίζει τον Καρυωτάκη, τον αντικαθιστά η εγκαρτέρηση. Ο Σεφέρης έχει ακόμη συνειδητοποιήσει…τις αιτίες που τον οδήγησαν να πάρει τη στάση που έχει υιοθετήσει απέναντι στη ζωή. Και στις δυο όμως περιπτώσεις, το δράμα παραμένει χωρίς λύση. Δεν υπάρχει πουθενά διέξοδος”.
Καραντώνης, Βαρίκας, Δημαράς, Θεοτοκάς, Νικολαρείζης, όλο το βαρύ πυροβολικό της γενιάς του ’30 στον τομέα της κριτικής με στόχο την αμφισβήτηση της αξίας του ποιητή. “Ο Καρυωτάκης πήρε επάνω του όλα τα αμαρτήματα μιας εποχής”, γράφει ο Μάριο Βίτι. Το ζήτημα της κάθαρσης του λόγου του Καρυωτάκη από τη μυθοποιητική άλω του επανέφερε μετά πό 60 χρόνια ο Ευριπίδης Γαραντούδης: “H παρατεταμένη καλλιέργεια του προσωπολατρικού μύθου μετέθεσε το κέντρο βέρους της πρόσληψης από το λογοτεχνικό έργο του Κρυωτάκη στο πρόσωπο του ποιητή- συμβόλου”. Τι εξυπηρετεί όμως η μυθοποίηση του Καρυωτάκη παρά την αδυναμία πολλών μεταπολεμικών ποιητών να αρθρώσουν την κοινωνική τους αμφισβήτηση; To είδωλό του γίνεται εκφραστικό τους μέσο, δια του οποίου διοχετεύεται η συμβολική τους αντιπαράθεση προς την κοινωνία. Επικαλούνται τον Καρυωτάκη (Κώστα, ξέρω τι είναι αυτό που έβαλε στα δάχτυλά σου/ το περίστροφο …  Έρχονται στιγμές που η Πρέβεζα με πλησιάζει και μένα επικίνδυνα) ως αρωγό για να διατυπώσουν την αμφισβήτησή τους. “Ο καρυωτακισμός λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο από την κοινωνικοποίηση της ποίησης, από τη συνειδητή προσπάθεια για μια γενναία έξοδο από τον κλειστό θάλαμο. Απλώς περιβλήθηκε το ντύμα της βιογραφικής και αυτοκτονικής εμμονής για να αναιρεθεί ως παρωχημένη αντικαλλιτεχνική αντίληψη και να συγκαλυφθεί από τους θιασώτες της καθαρής λογοτεχνίας η κοινωνική αιχμή μιας ποίησης που δεν μπορούσε να στιγματιστεί ως  στρατευμένη”. Βέβαια ο Καρυωτάκης δεν είναι κοινωνικός ποιητής με την έννοια ότι εκφράζει προγραμματικά και ρητά κάποιο κοινωνικό προβληματισμό, αλλά με την έννοια ότι αντιπροσωπεύει μια διαφορετική αισθητική στάση απέναντι στην κοινωνία (από αυτή λόγου χάριν, του βάρδου Παλαμά ή του στρατευμένου Βάρναλη). Επομένως οι συχνές αναφορές των μεταγενέστερων στο πρόσωπο του Καρυωτάκη δεν συνιστούν άγονη και αδικαιολόγητη προσωπολατρία, αλλά την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία.
Ο Αλέξανδρος Αργυρίου, σε άρθρο του το 1971 στο ‘Βήμα’, υποστηρίζει τα εξής: “Μπορεί βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι, αν και  δεν υπάρχουν τυπικές ενδείξεις, το έργο του Καρυωτάκη δρα μέσα στις συνειδήσεις των νεοτέρων, τρέφονται με τον ποιητικό του κόσμο. Είναι μια νόμιμη εικασία, και ας τη δοκιμάσουμε πάνω στην ευαισθησία των ποιητών. Πώς δηλαδή λειτούργησε το έργο του μέσα στο έργο των επομένων. Ξέρομε ότι  αμέσως μετά την αυτοκτονία του αρχίζει μια περίοδος Καρυωτάκη. Γράφονται και τυπώνονται ποιητικές συλλογές “κατά τον τρόπο του”. Το ποιητικό αυτό καθεστώς, που ονομάστηκε “καρυωτακισμός”, σε λιγότερο από μια δεκαετία είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας ελάχιστα ίχνη και κανένα ‘έργο’”.
Το ποιητικό και πεζό έργο του Καρυωτάκη”, τονίζει η Χριστίνα Ντουνιά, “παρά τη μικρή του έκταση και παρά τη συντονισμένη και πολυεπίπεδη αμφισβήτηση που δέχτηκε, ανέπτυξε μια ισχυρότατη αντίσταση στο χρόνο. Γι’ αυτό και η περιπέτεια της πρόσληψής του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον”. Η απόρριψη της καρυωτατικής ποίησης από τον κύκλο του Γιάννη Αποστολάκη, η αντίδραση της γενιάς του ’30 απέναντι στον ποιητή- στάση ιδιαίτερα επιφυλακτική, αν όχι απροκάλυπτα αρνητική- η αμφιθυμία και οι διχογνωμίες των μαρξιστών – παρά την υπεράσπιση και εμπιστοσύνη του έργου του από τον Αιμίλιο Χουρμούζιο- , η όψιμη και υπερθετική αναγνώριση των υπερρεαλιστών, συνιστούν καίριες όψεις αυτής της περιπέτειας. Ειδικά η ρητά, αν και όψιμη, εκφρασμένη αναγνώριση της σημασίας του Καρυωτάκη από τους υπερρεαλιστές, ξεκαθαρίζει επίσης μια χρόνια παρανόηση που σχετίζεται με την παντοδυναμία του ελεύθερου στίχου. Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν είναι παραδοσιακή, είναι πρωτοποριακή. Ο ελεύθερος στίχος μόνον ως φόρμα δεν αρκεί για να εκφράσει την ανανέωση. Απαιτείται αυτή η αλχημεία της λέξης και του νοήματος που ο Καρυωτάκης πέτυχε να της δώσει το “νέο ρίγος”, την καινούρια προοπτική.
Μια από τις λίγες φωνές, πάντως, που έρχεται σε αντίθεση με το αντικαρυωτατικό κλίμα της εποχής είναι η φωνή του Γιάννη Ρίτσου. Ο ποιητής αυτός που έχει δεχτεί περισσότερο απ’ όλους την κατηγορία του Καρυωτακισμού, στέλνει για δημοσίευση μια λακωνική δήλωση στο “Ελεύθερο Βήμα”, τον Ιανουάριο του 1938, υπερασπίζοντας τη διάρκεια του Καρυωτάκη:
“Κάποιες βραδυνές ώρες, που η πικρία και η μοναξιά δεσπόζουν στην ψυχή μας, τα “Ελεγεία και Σάτιρες”, μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δεν θα λείψουν ποτέ απ’ τη ζωή μας. Μαζί μ’ αυτές θα ζει για πάντα κι ο Καρυωτάκης”.
 Όσο για τον Βάρναλη, μαζί με τον Κοντζιούλα κράτησαν πάντα θετική στάση στην ποίηση του Καρυωτάκη, αν και είχε τύχει παλιότερα, δυσμενέστατης κριτικής από τους οπαδούς της επίσημης Αριστεράς λόγω της απαισιόδοξης ποίησης και της αυτοχειρίας του. Ο Βάρναλης τον θεωρούσε προικισμένο ποιητή, ενώ για το έργο του έλεγε πως ακτινοβολούσε ειλικρίνεια, κριτική ευαισθησία και ρεαλισμό. Η εκτίμηση του Βάρναλη για τον Καρυωτάκη επισφραγίστηκε το 1973 με το δίστιχο: “Ζηλεύω σου το θάρρος Καρυωτάκη, /να σμπαραλιάσεις μια τρανή καρδιά”, κλείνοντας έτσι τρεις δεκαετίες δημόσιας αναφοράς του στον ποιητή. Ο Κοντζιούλας εξάλλου, το 1948, στο τολμηρό όσο και αποκαλυπτικό άρθρο του για τον Καρυωτάκη στο περιοδικό “Ποιητική τέχνη” με τίτλο“Μια επέτειος – η καθιέρωση του Καρυωτάκη”, αναφέρεται στις συνθήκες του Μεσοπολέμου και τα αίτια που οδήγησαν τον Καρυωτάκη στην αυτοκτονία, ωθούμενος από προσωπική εμπειρία, αφού το 1941, με την πείνα και την κατοχή, για να επιβιώσει κατέφυγε στο χωριό του στα Τζουμέρκα και εν συνεχεία εντάχθηκε στην αντίσταση. Το αξιοπρόσεκτο στη δική του περίπτωση είναι πως ενώ είχε ενταχθεί  σ’ ένα χώρο που ιδεολογικά στηρίζεται στον αγώνα και στην αισιοδοξία, εκείνος, χωρίς να υιοθετεί το απονενοημένο διάβημα του “αυτόχειρα της Πρέβεζας”, προσπαθεί να το ερμηνεύσει, μιλώντας για τόσο λεπτά πράγματα μια εποχή που οι ιδεολογικές ζυμώσεις και αντιθέσεις βράζουν, ενώ  ο εμφύλιος μαίνεται. Αναφερόμενος λοιπόν ο Κοντζιούλας στο έργο του Καρυωτάκη, με εντυπωσιακή ειλικρίνεια θεωρεί ότι η συλλογή του  “Ελεγείες και Σάτιρες” “στάθηκε μια αληθινή αποκάλυψη για όλους και μάταια οι στρυφνοί κήρυκες θεωριών έμειναν ασυγκίνητοι απ’ αυτό το συμπυκνωμένο παράπονο”.
Στον καρυωτακισμό, όμως, αναφέρεται το 1988 και ο Μίλτος Σαχτούρης που λέει σχετικά: “Καρυωτακισμός” σήμερα  το 1988 δεν σημαίνει τίποτα. Και τότε γύρω στα 1930 ήταν μια άτυχη λέξη προερχόμενη από την παρεξήγηση ότι ο Καρυωτάκης ήταν τάχα μισάνθρωπος, πεισιθάνατος κλπ. Ο Καρυωτάκης δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Ήταν απλώς επαναστατημένος ενάντια στην Ελλάδα του 1928 με τους λασπωμένους δρόμους το χειμώνα, τη σκόνη το καλοκαίρι, με το χαμηλό επίπεδο ζωής, τη δυστυχία των δημοσίων υπαλλήλων που τους έκανε οκνηρούς και αδιάφορους, ριζωμένους στις καρέκλες τους με τους ατέλειωτους καφέδες. Επαναστατημένος για τη δική του καταδίωξη, επειδή αυτός ήταν υπάλληλος υπεύθυνος, γλωσσομαθής, έξω από την εποχή του”. Αλήθεια, όμως, είναι τελικά ο Καρυωτάκης “αντιπροσωπευτικός ποιητής μιανής εποχής”, όπως είχε πει χρόνια πριν ο Άγρας;
O Ζήσιμος Λορεντζάτος (1988), πάνω σ’ αυτό, τοποθετείται ως εξής: “Αντιπροσωπευτικοί μιας εποχής (αν αυτό σημαίνει τίποτα) μπορεί να είναι μοναχά ποιητές ή συγγραφείς δευτερότεροι, που η σημασία τους έρχεται και παρέρχεται με την εποχή και χάνεται μαζί της. Ο Καρυωτάκης δεν είναι αντιπροσωπευτικός καμιάς εποχής. Και αυτό άσχετα με το αν είναι μεγάλος ποιητής ή – καθώς το είπαμε πως είναι – poeta minor. Απλά και μόνο εκφράστηκε με τα μέσα της εποχής του ή με όσα εκείνος ξεδιάλεξε από την εποχή του”. … “Ποιητές που η σημασία τους πηγαίνει πέρα από την εποχή τους επηρεάζοντας τους ομότεχνους και αποτελώντας πότε περισσότερο και πότε λιγότερο, υποχρεωτικά σημεία αναφοράς για όσους τους μελετούν ή τους διαβάζουν, δεν αντοπροσωπεύουν καμιά εποχή. Ανήκουν βέβαια στην εποχή τους. Αντιπροσωπεύουν όμως, μέσα από την εποχή τους και με τα μέσα της εποχής τους, την ποίηση που συνεχίστηκε όλες τις εποχές και συνεχίζεται ακόμα. Και το καράβι της ποίησης πιάνει σε όλα τα λιμάνια και ταξιδεύει με όλους τους καιρούς. Ως και μέσα στις φουρτούνες του αιώνα μας…”
 Και αν η ποίηση του Καρυωτάκη μας συγκινεί μέχρι σήμερα, οφείλουμε να συμφωνήσουμε με τον Σωτήρη Τριβιζά, αυτό συμβαίνει επειδή με ύφος οικείο, χωρίς μεγαληγορίες και ρητορισμούς, δονεί συχνά τις πιο ευαίσθητες,τις ανθρώπινες χορδές μας. “Και ίσως επειδή κάποια σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας εξακολουθεί ερήμην μας να θεωρεί την Πρέβεζα ελκυστικότερο προορισμό απ’ την Ιθάκη”.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
“ Φθινόπωρο είναι, βρέχει, να και ο χρόνος όλο σβήνει!
Η νιότη σβήνει, σβήνεις, ω προσπάθεια ευγενική,
που μόνο εσέ θα σκέφτομαι πεθαίνοντας, σεμνή
προσπάθεια: να περάσουμε, και το Έργο μας να μείνει”. (“Επίλογος”, μετάφραση στα “Νηπενθή”)

Τι κρίμα! Αν δεν αυτοκτονούσε, θα γινόταν μεγάλος ποιητής, είπαν κάποιοι που νομίζουν πως η Τέχνη και ειδικότερα η ποίηση, είναι μια απλή ασχολία ανεξάρτητη από τη ζωή. Κάνουν λάθος, γιατί για ένα αληθινό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Το έργο του ποιητή, σαρξ εκ της σαρκός του, δεν είναι άλλο παρά έκφραση της ζωής του, έτσι ώστε ζωή και τέχνη μαζί ν ‘αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν.(Τέλλος Άγρας).

Ο Κ. Καρυωτάκης είναι ιδιαίτερα ο ποιητής των εφήβων. Το κλίμα της ποίησής του, η απαισιοδοξία και ο βαθύς σαρκασμός του βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση στη γεμάτη σύγχυση διάθεση του νέου, που αρχίζει να ανακαλύπτει τον κόσμο.
 Το έργο του ανοίγει ένα καινούριο δρόμο στην ποίηση της εποχής του με τον νεοαστικό ρεαλισμό, τον αντιμιλιταριστικό, αντιηρωικό, αντικομφορμιστικό, μελαγχολικό χαρακτήρα της απαξίωσης και της ματαιότητας των πάντων, αντι-ιδανικό – όπως τουλάχιστον ήθελε να πιστέψουμε – ευτελίζοντας τη μεγαλοστομία, το στόμφο, την ηρωομανία και τη γλυκερή ωραιοπάθεια. Στάθιηκε ο πρώτος αρνητής στο κατεστημένο της αστικής ποίησης και έδειξε πως η ποίηση μπορεί να γίνει όπλο, το ίδιο ισχυρό και επικίνδυνο, όσο και η επανάσταση.
Είναι πολύ δύσκολη η αποτύπωση στο χαρτί, με λίγες ανάξιες πινελιές η πολυσχιδής προσωπικότητα, η έντονα προκλητική – ενοχλητική για τις συνθήκες  της εποχής –  φυσιογνωμία  του Καρυωτάκη. Στόχος της μικρής αυτής έρευνας/μελέτης της ζωής και του έργου του δεν  είναι φυσικά ούτε η επιθυμία αγιοποίησης/ μαρτυροποίησης, τρόπον τινά, καθώς και ηρωοποίησής του και δηλωμένης προσωπολατρείας (τα οποία φυσικά ο ίδιος περιφρονούσε και ειρωνευόταν),  ούτε  όμως η άδικη και ανήθικη ανάδειξη στο  πρόσωπό του, του πορτρέτου ενός Ντόριαν Γκρέυ, όπου θα αποτυπώνονταν όλα τα αμαρτήματα της εποχής του, ίσως και της δικής μας. Η προσπάθειά μας να ολοκληρωθεί όσο γίνεται το παζλ της προσωπογραφίας του, περιέχει στο τέλος της και παράρτημα “θέσεων και αντιθέσεων” που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς για τον ποιητή και το έργο του ως τις μέρες μας, με σκοπό  την όσον το δυνατόν πληρέστερη ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου. Με την ευκαιρία παραθέτουμε  εδώ τη θέση του Θ. Χατζόπουλου (2001), σχετικά με την αινιγματική προσωπογραφία του Καρυωτάκη, όπως προβάλλεται κυρίως  μέσα από την ποίησή του: “ Έτσι σαν δέσμη από τριαντάφυλλα …ας δούμε τα ποιήματα του Καρυωτάκη. Τριαντάφυλλα που συνιστούν πια το πρόσωπό του, την προσωπογραφία του. Τριαντάφυλλα που παρ’ όλη τη σκοτεινιά τους, μαύρα σχεδόν και γι’ αυτό κάποτε οδυνηρά στο πλησίασμά τους, αναδίνουν ωστόσο, τι παράδοξο, ατόφιο το άρωμά τους. Άρωμα που μας συνοδεύει πλησίστιους στο ταξίδι μας”
Ως επιβαίνοντες λοιπόν στο καράβι της ποίησής του, ας απολαύσουμε βαθιά τα δώρα της, παρέα με τον  ήρεμο φλοίσβο των κυμάτων και το σαρκαστικό κρώξιμο των γλάρων . Και αν το καράβι, μας φέρει καμιά φορά από την Πρέβεζα, να απολαύσουμε ένα καφέ ή ένα γλυκό στα καφενεία, μέσα στην “υγρή κουφόβραση”, ας θυμηθούμε τα λόγια του Εμπειρίκου στο κείμενό του “Όταν οι ευκάλυπτοι θροίζουν στις αλλέες” (1964): “Λόγια μη πείτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου κι αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας θάναι….Μη τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτον, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θα νάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς του Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μη τον ξεχνάτε, και ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις, είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης”. Ο δικός του λοιπόν (“Επίλογος”) από τα “Νηπενθή” ας είναι και το κλείσιμο του επιλόγου της εργασίας αυτής.

“Γιρλάντα η δόξα, που άφησαν κάτι γιορτές φευγάτες./ Μόνο πικρία μένει, κανείς όταν ονειρευτεί
πολύ να μην επέθαινε και λίγο να σωθεί / και κάπως ναν τον αγαπούν χρόνοι, καιροί διαβάτες!”
 Κ. Γ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ    

Θέσεις και Αντιθέσεις για τον Καρυωτάκη και το έργο του

1.    “Έχω την ιδέα πως οι άνθρωποι είναι πολύ περισσότερο παιδιά από έναν ποιητή. Αλίμονο αν ο ποιητής δεν πονέσει τους ανθρώπους. Ποιος τότε θα τους πονέσει; Και τι ποιητής είναι αυτός που έχει ανάγκη να χαιδολογηθεί από τους ανθρώπους; Ας κρατήσει λοιπόν πεισματικά “σκήπτρο και λύρα”, και ας τους βρίζει γιατί δε νιώθουν, γιατί δεν έχουν το χάρισμα να εκφράσουν τον πόνο τους κι αυτοί, γιατί δεν έχουν δύναμη να σκεφτούν, γιατί αγωνίζονται για τη ζωή πολεμώντας όσο κι όπως τους κόβει. Αμή ας τους ανοίγει τα μάτια ο ποιητής. Γιατί γι’ αυτό είναι ποιητής: ανοιχτομάτης αυτός μέσα στους τυφλούς, οδηγός στους παραστρατισμένους, παρηγορητής στους θλιμμένους, δάσκαλος και καλοκαρδιστής, κι όχι στενόκαρδος κι εγώπαθος.Κι αν είναι οι άνθρωποι κακοί, φταίει αυτός πρώτος με την εγωπάθειά του. Γιατί αυτό είναι: όλη αυτή τη γενιά (μαζί ποιητές και “περιβάλλον” κι “εποχή”), την έφαγε η εγωπάθεια ο θεατρινισμός”…. “Με τον Καρυωτάκη κάποια παρεξήγηση θα συμβαίνει: έπιασε αυτή την κλάψα από το πρώτο του βιβλίο κι εξακολουθεί. Του εύχομαι, με τα Ελεγεία και Σάτιρες”“ να ξεθύμανε πια και ν’αλλάξει σκοπό. Ας θελήσει να νιώσει πως άλλο “παιδική”, κι άλλο “στενή” καρδιά”. (Βασίλης Ρώτας, 1928)
2.    “…ότι ο Καρυωτάκης δεν είναι μόνον ο καλύτερος ποιητής της γενιάς του, αλλ’ από τους τρεις τέσσερις καλύτερους που έχομε, ότι μερικά ποιήματα της νεόφαντης συλλογής του δεν συναντώνται συχνά όχι μόνο στη δική μας αλλά και σε οποιαδήποτε ξένη ποίηση”….”Τι απλοί και βαθείς τόνοι, τι μουσική διάθεση και μουσική ατμόσφαιρα, τι οξύτης συναισθηματική, τι πρωτοτυπία στη σύλληψη και στην ανάπτυξη του θέματος και τι τόνος γνησιότατα, ειλικρινέστατα μοντέρνος!” (Κλέων Παράσχος, 1928)
3.    “Και το απλούστατο αυτό επεισόδιο – η μετάθεσίς του δηλαδή- γίνηκε αφορμή στον ποιητή μας να ξεχειλίσει η τόσα χρόνια κατασταλαγμένη μέσα στην ψυχή του πίκρα. Ο μελαγχολικός του χαρακτήρας εβάρυνε περισσότερο στη μόνωση και στη μονοτονία της υπαλληλικής επαρχιακής ζωής. Τα ξεκουρντισμένα νεύρα του αποχαλαρώσανε. Κ’ ετίναξε τα μυαλά του στον αέρα”. (Π.Δ.Ταγκόπουλος, 1928)
4.    “Τέλος ο Καρυωτάκης των Σατιρών- αυτός επήρε κάτι από το ρεαλισμό και την τραγικότητα του Καβάφη. Αυτά θεωρώ είναι τα ελληνικά μαθήματα της ποιητικής του τέχνης. Και το περιεχόμενό του; Αυτό δεν το δανείστηκε από κανένα. Αυτό το πήρε από τον εαυτό του κατ’ ευθείαν. Και δεν πιστεύω ν’ αμφιβάλλει κανείς ότι μόνο με το περιεχόμενο του έργου του, ένας ποιητής γίνεται αντιπροσωπευτικός μιανής εποχής. Ή, αλλιώς να το πω: ότι μόνον οι ποιηταί που παρέχουν περιεχόμενον, μόνο αυτοί γίνονται αντιπροσωπευτικοί μιας εποχής”. (Τέλλος Άγρας, 1935)
5.    “Το διάβασα αυτό το έργο ολόκληρο και το ξαναδιάβασα με όλη την επιμέλεια που μου επέβαλλε η αγάπη των τριγυρινών προς αυτό. Ασφαλώς ο άνθρωπος ήτανε καλλιτέχνης και είχε μια εσωτερική ζωή. Μου φαίνεται όμως ότι η δημιουργική του πνοή ήτανε λίγο λιγότερη. Μελετώντας τον με ψύχραιμο μάτι, είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε ότι δεν έγραψε ούτε ένα αληθινό καλό ποίημα”. (Γιώργος Θεοτοκάς, 1938)
6.    “Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι ελάχιστες. Είναι ζήτημα αν ξεπερνάνε τις 200, σημειώνει ο κ. Παράσχος. Δεν είναι παράξενο. Η λέξη δεν έχει δικιά της αυθύπαρκτη οντότητα. Αποτελεί ένα απλό σύμβολο. Ο πλούτος του λεξιλογίου προυποθέτει πληθώρα παραστάσεων, εναλλαγή συναισθηματικών καταστάσεων, ικανότητα να διακρίνεις τις λεπτές αποχρώσεις των πραγμάτων. Ο εντελώς περιορισμένος κύκλος της έμπνευσης του Καρυωτάκη δεν έχει ανάγκη από πλούτο λέξεων για ν’ αποδοθεί. Στις ίδιες καταστάσεις, στις ίδιες διαθάσεις επανέρχεται καθημερινά. Το μόνο που τις χωρίζει είναι ο βαθμός της οξύτητας, η ολοένα και περισσότερο σκοτεινή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διαδραματίζονται”.
“Όχι σπάνια, μέσα στους στίχους του βλέπουμε να παρεμβαίνει η καθαρεύουσα. Η παρεμβολή της ωστόσο δεν είναι ποτέ χυδαία. Δεν προέρχεται από άγνοια της δημοτικής ούτε πολύ περισσότερο από αδυναμία του να χρησιμοποιήσει την αντίστοιχη λέξη.  Η καλλιτεχνική συνείδηση του καρυωτάκη και η ευσυνειδησία, που τον διέκρινε σαν καλλιτέχνη, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατό να του επιτρέψει τέτοιους συμβιβασμούς. Η καταφυγή στην καθαρεύουσα έχει αλλού την πηγή της. Όπου δεν διακιολογείται από καθαρά αισθητικούς λόγους (να εντείνει το νόημα, να αποδώσει μια ιδιαίτερη απόχρωση, να δημιουργήσει με την ακουστική της την κατάλληλη εντύπωση), έρχεται να ενισχύσει την εντύπωση της αστάθειας, της αποσύνθεσης και της σύγχυσης, που ξεπηδάει απ’ ολόκληρο το έργο του σαν αρμονική σύνθιεση ιδεών, συναισθημάτων και εκφραστικών τρόπων”. (Βάσος Βαρίκας, 1938)
7.    “Είπα πως για μένα ο Καρυωτάκης δεν ήταν καν ποιητής. Η κρίση αυτή μπορεί να φανεί αυθαίρετη, αν αναλογισθούμε όλη τη φιλολογία η οποία έχει αναπτηχθεί επάνω στο σχετικώς μικρού όγκου έργο του. Όμως και πριν όσο το είχα μελετήσει και τώρα που το ξαναδιάβασα συγκεντρωμένο [αναφέρεται στην έκδοση 1938 με επιμ. του Χαρίλαου
 Σακελλαριάδη] δεν ευρήκα ούτε ένα στίχο του ποτισμένο με τη θέια εκείνη ουσία που εξαυλώνει τον λόγο για να τον κάνει ποίηση”….“Αλλά ήταν δέκτης ευαισθησίας καταπληκτικής που συγκέντρωσε μέσα του όλες τις διάχυτες τάσεις και ροπές της γενιάς του, τις αποκρυστάλλωσε και τους έδωσε μορφή. (Κώστας Θ. Δημαράς, 1938)
8.    “Μόνη πίστη για τον Καρυωτάκη παραμένει πάντα ο εαυτός του. Καθετί έξω από αυτόν το θεωρεί εχθρικό και ανυπόφορο. Μόλις το βλέπει να πλησιάζει παίρνει στάση άμυνας. Παρεξηγεί και την πιο απλή και την πιο ανυστερόβουλη κίνηση του διπλανού του. Η σκοτισμένη φαντασία του δημιουργεί συνεχώς ανύπαρκτους κινδύνους, βλέπει παντού συνωμότες. Απασχολημένος να τους απομακρύνει, αφήνει τη ζωή να κυλάει δίπλα του χωρίς να μπορεί να την πλησιάσει…Ο σκεπτικισμός του σπάει τα σύνορα που ορθολογιστικά ζήτησε να του καθορίσει ο ποιητής. Αγγίζει τώρα και το μοναδικό είδωλο που του απόμεινε, το περίφημο Εγώ του. Η ανωτερότητά του σε σχέση με τους άλλους ανθρώπους, αποτελεί την κυριότερη προυπόθεση για την εμπιστοσύνη σ’ αυτό. Απ’τη στιγμή που η πίστη σ’ αυτή την ανωτερότητα εξαφανίζεται, αναγκαστικά καταρρέει. Η αμφιβολία για για την αξία του έργου του δημιούργησε το πρώτο ρήγμα”.(Β.Βαρίκας, 1938)
9.    “Η αδυναμία του Καρυωτάκη να πλάση ένα ξεχωριστό κόσμο, έξω από την έννοια του τόπου και του χρόνου, κατά τον τρόπο των ρωμαντικών, το αδιάκοπο σκόνταμά του πάνω στις τραχειές πραγματικότητες της ζωής, που του υπενθύμιζαν τη ματαιότητα του ονείρου για το οποίο ήταν πλασμένος,- αυτό ήταν το προσωπικό του δράμα, από το οποίο αναπήδησε η επίσης προσωπική του ποίηση…. το έργο του Καρυωτάκη είναι το απόσταγμα μιας τυραννικής ευαισθησίας, που οδηγούσε ανέκκλητα στην κατάλυση της ίδιας της ζωής”.  (Γιάννης Χατζίνης, 1948)
10.    “…κι ο δικός του θάνατος υπήρξε αλήθεια στο έπακρο υπεύθυνος και πλήρης νοήματος: έφτασε με βήματα σταθερά στην αυτοκτονία.Την “αυτοκτονία-εκδίκηση”,σωστότερα, την “αυτοκτονία-εμπτυσμό” κατά του κόσμου που τον περιέβαλλε”. (Ρένος Αποστολίδης, 1958)
11.    “Αν το έργο του Καρυωτάκη τράφηκε με τη “σάρκα και το αίμα” του,η φήμη του φοβάμαι πως συντηρείται ακόμη από την αυτοκτονία του, η οποία θεωρείται ότι επικυρώνει την ειλικρίνειά του”……. “Θα μου επιτραπεί να έχω ισχυρές αμφιβολίες για το ότι η αυτοκτονία του Καρυωτάκη αποτελούσε τη μοναδική λύση για τον άνθρωπο αυτό, μια λύση μάλιστα που την προετοίμαζε και την απαιτούσε το ίδιο το έργο του. Σαν να ήταν, δηλαδή η “τέταρτη ποιητική του συλλογή”.(Αλέξανδρος Αργυρίου, 1971)
12.    “Αλλά το να ζητάμε από ένα φανταιζίστ αγνή ποίηση δεν είναι σαν να τον παρεξηγούμε κι όλας θεληματικά, όταν μάλιστα ξέρουμε ότι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της σχολής αυτής δεν είναι παρά ο αυθορμητισμός, η αφέλεια της χειρονομίας μεταφερόμενη σε στίχο, η χαριτωμένη τέλος ευστροφία των ποιητών της; Νομίζω πως δεν θα έπρεπε να λησμονούμε και κάτι άλλο ακόμα. Ότι οι φανταιζίστ συγκινούνται με την ίδια τους τη ζωή, κι ότι στα ποιήματά τους μέσα – ένα άλλο ιδιαίτερο αυτό γνώρισμά τους, όπως είπε κάποιος μιλώντας για τον Villon, τον μακρινό τους πρόγονο – “ψάχνοντας για τον συγγραφέα βρίσκουμε συνήθως τον άνθρωπο”. (Τίμος Μαλάνος, 1938)
13.    “Ο Καρυωτάκης στέκεται – μετά τον Καβάφη – ο πιο πειστικός, ο πιο αποκριτικός ποιητής όχι μονάχα της γενιάς του, παρά σ’ όλο το μάκρος του μισού αιώνα που πέρασε, κι ως την τελευταία τούτη στιγμή”. “…δεν υπάρχει σ’ όλη τη σειρά, στα πενήντα χρόνια που πέρασαν, κανένας τόσο σημαντικός ποιητής σαν τον Καρυωτάκη”
 “…έφερε ο Καρυωτάκης μια νέα ποιητικότητα και μια λιτότητα στην ποιητική έκφραση, που άνοιξε επίσης το δρόμο στη νεότερη ποίηση. Και σ’ όλη του τη διατύπωση πέτυχε ο ποιητής μας τη σπάνια εκείνη τη μυστηριώδη ισορροπία ανάμεσα στο πάθος και την τέχνη – μια τέλεια συμμετρία ανάμεσα στην εσωτερική εμπειρία και τη διάρθρωση και τη μορφή του ποιήματος. Αυτή είναι η μονιμότητά του”. (Πάνος Καραβίας, 1938)
14.    “Σύγχρονος όμως του Καρυωτάκη ήταν και ο Άγρας, που το ποιητικό του έργο, πριν από την αυτοκτονία του πρώτου, είχε αρχίσει να σημειώνει μια καινούρια εποχή για τη λογοτεχνία μας. Ήταν ο σημαντικότερος από τους ποιητές που παρουσιάστηκαν μετά το 1918 κ’ ήταν ακόμη ο ποιητής που οι σύγχρονοι του τον αναγνώριζαν για πρώτο ανάμεσά τους κ’ οι νεώτεροί του τον εθαύμαζαν και συγκεντρωνόντουσαν σα μαθητές γύρω του. Μα η σφαία που θανάτωσε τον ποιητή των Νηπενθών, έδωσε τέλος και σ’ αυτή την κατάσταση: είχε βρεθεί ο ποιητής που έλειπε στο νεκρό της Πρεβέζης”.  (Μήτσος Παπανικολάου, 1940)
15.    “…Να τον αρνούμαστε εν ονόματί της [της καθαρής ποίησης], ενώ θα μπορούσαμε να ζητάμε απ’ αυτόν απλώς ποίηση, το βρίσκω λίγο άστοχο. Έπειτα, θα ήθελα να ρωτούσα τον κ. Δημαρά, με τι τρόπο θα μπορούσε να συμβιβαστούν ρεαλισμός και σάτιρα από τη μια, και αγνή ποίηση από την άλλη”.
“Ποιητές που εκφράσανε την εποχή τους σ’ αυτό το διάστημα, εγώ δε βλέπω παρά μόνο δύο. Τον Παλαμά και τον Βάρναλη. Την προ του 1922 ο ένας, την μετέπειτα ο άλλος. Ο πρώτος υπήρξε ο εκπρόσωπος των επιλέκτων ενός έθνους που ζητούσε να πραγματοποιήσει τα ιδανικά του. Προς τον δεύτερο πήγαν οι διεκδικητές κ’ οι επαναστατημένοι. Η εποχή μας όμως δεν αποτελείται από διεκδικητές μόνο. Αλλά κι από νικημένους, που ζουν υποταγμένοι στη μοίρα τους στο περιθώριο της ζωής. Αυτοί τώρασ στρέφουν το βλέμμα τους με θαυμασμό προς εκείνοπν που έκανε ό,τι δεν θα είχαν οι ίδιοι το σθένος να κάνουν. Στο πρόσωπό του βλέπουν όχι μόνο τον ήρωά τους αλλά και τη δικαίωσή τους. Νικημένος ο Καρυωτάκης, θα γίνει των νικημένων ο ποιητής”. (Τίμος Μαλάνος, 1938)
16.    “Ο Καρυωτάκης άφησε βαθύ αυλάκι στην ελληνική ποίηση δημιουργώντας ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο επιρροής. Τη λειτουργία του ποιητικού λόγου ο Καρυωτάκης τη στήριξε σε πολύ στενή εσωτερική βάση. Κέρδισε πολλούς θαυμαστές με το μικρό του ανάστημα, με το ανυπόκριτο, αγέλαστο, πικραμένο του πρόσωπο που είχε σκληρυνθεί στην έκφραση της πιο ανθρώπινης οδύνης. Δεν ήταν ρεαλιστής,- ο ρεαλισμός θέλει δύναμη, νεύρα, παράφορο αγκάλιασμα των πραγμάτων. Ωστόσο πλέει στην πεζότητα. Η πραγματικότητα με τον συμπαγή όγκο της τον σκλάβωνε, τον κύκλωνε, τον ακινητούσε. Την έβλεπε ψυχρά, με το ασυγκίνητο μάτι του νευρασθενικού. Έτρεφε ασύστατες χείμαιρες και διαθέσεις φυγής παιδαριώδεις”. (Δημήτρης Νικολαρείζης, 1938)
“Θα ξέρετε ίσως, ότι η ποίηση των νέων στη δεκαετία που αρχίζει με το τέλος του περασμένου πολέμου – δηλαδή , πάνω- κάτω, στα χρόνια 1918-1928 – ήταν μια λογοτεχνία που γύρεψε κυρίως την έμπνευσή της από τα συναισθήματα που μας δίνει η μεγάλη πολιτεία. Άλλωστε την εποχή εκείνη η Αθήνα γίνεται πραγματικά μια πολυάνθρωπη πρωτεύουσα. Όταν λέω “ποίηση των νέων”, έχετε βέβαια υπόψη σας πως εξαιρώ τους αντιπροσώπους των παλιότερων γενιών, όπως  τον Παλαμά, τον Καβάφη, τον Σικελιανό, που είναι δημιουργοί πρώτου μεγέθους και που εξακολολυθούν να δημοσιεύουν και να συμπληρώνουν το έργο τους. Οπωσδήποτε ο πιο σπουδαίος και ίσως ο μοναδικός αντιπρόσωπος της σχολής αυτής ήταν ο καρυωτάκης. Ένας ποιητής με εξαιρετική ευαισθησία, που, μολονότι πέθανε τρομερά νέος, είχε την τύχη ν’ αφήσει ένα έργο που λογαριάζει ωσάν σταθμός στη λογοτεχνία μας. Δυστυχώς, όπως συμβαίνει τόσο συχνά, από την ποίηση του Καρυωτάκη γεννήθηκε και ο καρυωτακισμός, που ήταν μια πολύ στενόχωρη υπόθεση. Λ.χ. Ο Καρυωτάκης τραγούδησε, με τη χορευτική φαντασία του, τους τραγικούες γύψους της κάμαράς του, αλλά ο καρυωτακικός ποιητής κλείστηκε μέσα στην κάμαρά του, και κάποτε μάλιστα μέσα στο παλτό του, με μια παραπονιάρα συγκατάβαση. Ο καρυωτακισμός ήταν ποίηση χωρίς ορίζοντα”. (Γιώργος Σεφέρης, 1941)
17.    “Χωρίς τα Ελεγεία και Σάτιρες ο Καρυωτάκης θα ήταν ένας άδοξος ποιητής. Με τα Ελεγεία και Σάτιρες κερδίζει για χρόνια πολλά, νεκρός πια, καθώς είδαμε κιόλας φήμη τεράστια στα νέα μας γράμματα. Και δυσανάλογη προς το ποιητικό του ανάστημα. Ωστόσο σήμερα που ζούμε άλλους καιρούς και που ο πάταγος της πρόσκαιρης δόξας του έχει κοπάσει, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως πολλές του σελίδες, από το τρίτο και τελευταίο βιβλίο του, θ’ απομείνουν στην ποίησή μας…” (Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, 1948)
18.    “Μα οι βαθύτερες έγνοιες του Καρυωτάκη ήταν πιο πολύ ατομοκεντρικές. Ο εγωισμός του τον οδηγούσε προς τη μισανθρωπία. Στην ποίησή του ο άνθρωπος, η γυναίκα, παρουσιάζονται σαν κίνδυνος, η φύση είναι ο θάνατος που παραφυλάει. Η εσωτερική του ερημία του σκεπάζει τον ορίζοντα, ώσπου ο νιχιλισμός του κι η θανατοφιλία, που μεγαλώνουν μέσα του σαν κακή αρρώστια, τον έφεραν στην αυτοκτονία”. (Μάρκος Αυγέρης, 1956)
19.    “ To γεγονός ότι ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης χρωστούν την καθιέρωσή τους στην “ένοχη τόλμη” των αστών της παρακμής, δε σημαίνει πως είναι και οι ίδιοι εκπρόσωποι του “λυρισμού της παρακμής και της αρρωστημένης ψυχολογίας του παρακμασμένου αστού”. Δίνει μονάχα μιαν ακόμα επιβεβαίωση του συνηθισμένου φαινομένου που βλέπομε στην ιστορία των ιδεών. Ότι δηλαδή οι ιδέες έχουν πολλές φορές περίεργες περιπέτειες. Κυκλοφορώντας στην αγορά, παραμορφώνονται, παίρνουν έναν αλλιώτικο δρόμο, κι υπηρετούν σκοπούς άσχετους μ’ εκείνους που η λογική τους ουσία καθορίζει. Οι παραμορφωτές αρπάζουν στον αέρα ορισμένες ιδέες, τις προσαρμόζουν στις δικές τους ανάγκες, στη δική τους ψυχικήν οικονομία, στα πάθη τους, στις αυταπάτες τους, τις αποκόβουν από το πρωτότυπο, και τις αφήνουν να τραβήξουν ένα δικό τους δρόμο. Αν λοιπόν ορισμένοι κύκλοι, απομονώνοντας ή παραμορφώνοντας μερικές όψεις της καβαφικής και καρυωτακικής ποίησης, βρήκαν ή νόμισαν πως βρήκαν την έκφραση του εαυτού τους, αυτό δε θα πει πως αυτή είναι κι η αληθινή σημασία του έργου του Καβάφη και του Καρυωτάκη, και πως θα πρέπει κανείς να χαρίσει σ’ αυτούς τους παρακμίες ολάκερο τον Καβάφη και ολόκληρον τον Καρυωτάκη. Αναμφισβήτητα, και ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης “βγαίνουν” από την παρακμή. Όχι όμως λογικά, παρά  διαλεκτικά. Όχι σαν θέση, συντηρητική του φθίνοντας, παρά σαν άρνησή του”. (Μανόλης Λαμπρίδης, 1958)
20.    “Μεσολάβησε ένας άλλος πόλεμος και μια άλλη καταστροφή. Και αυτή μ’ εσωτερικούς πατάγους εκπτώσεων. Κι ενώ ο ίδιος χάθηκε στο υπέδαφος μιας εποχής αγεωγράφητης από τα σύγχρονα γεγονότα, η διάψευσή του συνάντησε τη δική μας διάψευση και η γυμνή έκφρασή του ζήτησε επιτακτικά τη συνέχεια και την ολοκλήρωσή της.” (Γ. Δάλλας, 1965)
21.    “Υπάρχουν ποιητές τελεσίδικα γνωστοί. Υπάρχουν και ποιητές που τους ανακαλύπτουμε αδιάκοπα. Ο Καρυωτάκης είναι ποιητής που απωθούμε.”
“Ο Καρυωτάκης δεν ορίζεται σαν προσωπικότητα. Ορίζεται μόνο σαν πραγματικότητα”.
“Δεν μένει παρά ο μηχανισμός της απώθησης, γιατί η ωραία μας ποίηση πρέπει να ζήσει και να προκόψει. Και δεν αντέχει αυτόχειρες και βλάσφημους.Είναι βέβαια και η απώθηση μια μορφή ένταξης. Όμως κάθε φορά που η ελληνική ποίηση απελπίζεται, δηλ. Κάθε φορά που γίνεται ποίηση, ο Καρυωτάκης είναι εξακολουθητικά παρών”.
“Στον Καρυωτάκη δεν υπάρχουν πια αυταπάτες. Αντίθετα, είναι εκπληκτικά αισθητή η απουσία κάθε θεότητας και μυθολογίας. Με τον Καρυωτάκη η νεοελληνική ποίηση για πρώτη φορά συναντά το αδιέξοδό της. Ποτέ άλλοτε η ποίηση δεν συζήτησε τόσο πολύ τον εαυτό της”. (Βύρων Λεοντάρης, 1973)
22.    “Αναλυτικότερα: θα ήταν παράλογο να δεχτούμε πως ο καρυωτακισμός είναι απλώς δημιούργημα, αθέλητο μάλιστα, ενός ανθρώπου, οσοδήποτε απεγνωσμένου, είτε μιας συλλογής ποιημάτων, οσοδήποτε διαβρωτικής. Πολύ πιο εύλογο είναι να θεωρήσουμε τον λογοτεχνικό αυτό συρμόν ως υποπροιόν πολλαπλών ιστορικών παραγόντων, που ήρθε προσωρινά να αναπληρώσει το κενό που άφησε ο Καρυωτάκης – μέχρι που να ωριμάσουν οι καθαυτό διάδοχοί του. Και βέβαια όλοι αυτοί, μικροί και μεγάλοι στο ανάστημα, αλλά περίπου συνομήλικοι, στο ίδιο καζάνι έβραζαν, ποιος λίγο ποιος πολύ, με τον Καρυωτάκη επικεφαλής”. (Γ. Π. Σαββίδης, 1972)
23.    “Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν μια καινούρια γλώσσα. Όμως κάτι μ’ ενοχλούσε μέσα εκεί. Δεν ξέρω να το πω, αλλά ίσως είναι αυτό: Δεν έβρισκα να υπάρχει καμιά αναλογία ανάμεσα στο ύφος που είχε το ποίημα και στο ύφος που έπαιρνε η ζωή μας τα χρόνια εκείνα. Δεν υπήρχε ανταπόκριση ανάμεσα στον τρόπο που έβλεπε ο ποιητής τα πράγματα και στον τρόπο που βλέπαμε να χτυπιούνται οι συμφοιτητές μας όλη μέρα ή που συναντούσαμε τα  κορίτσια μας κάθε βράδυ στα στενά του Λυκαβηττού. Και δεν εννοώ βέβαια ότι έπρεπε τα ποιήματα νά’ ναι μαχητικά ή ερωτικά. Διόλου. Το πρόβλημα ήταν καθαρά πρόβλημα τόνου και διαφορετικής αισθητικής”. “Δεν στρέφομαι εναντίον του Καρυωτάκη, που αυτός ανέβηκε τη σκάλα με δεξιοτεχνία και θάρρος. Κι αν έπεσε, ήταν από μια κακή εκτίμηση της σημασίας που θα μπορούσε να έχει η πτώση του. Είμαι όμως εναντίον του γενικού αυνανισμού που ακολούθησε”(Οδυσσέας Ελύτης, 1982)
24.    “Ο Καρυωτάκης είναι ένας αδιάλλακτος, με ρομαντική νοοτροπία και ανατροφή, που αγωνίζεται να σπάσει τους φραγμούς της καθημερινότητας, για να καλπάσει αδέσμευτος και ν’ αποκτήσει την ελέυθερη κίνησή του. Να λυτρωθεί από “ έγνοιες μικρές και λύπες” και να γίνει “απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο”. Καθώς το σημείωσε και ο Τέλλος Άγρας, “τον κατατρώγει η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπανίων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία – έστω – των τραγικών. Η μονοτονία κ’ η πεζότης της ζωής. Μ’ άλλους λόγους, είναι ρωμαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα – έξω από τη ζωή”. (Κώστας Στεργιόπουλος, 1978)
25.    “Ο Καρυωτάκης επέζησε και μας απασχολεί, ακόμα πιο απαιτητικά, απ’ ό,τι στο μεσοπόλεμο ή στη δεκαετία του ’50 και  του ’60, όχι γιατί η ποίησή του αναπτύχθηκε κερδίζοντας από τα αδιέξοδο της προσωπικής του ζωής – τέτοιες περιπτώσεις είναι πάμπολλες, ακόμα και για τη νεοελληνική λογοτεχνία- ούτε γιατί αναζητούσε ένα άλλο ήθος στο περιβάλλον του. Επέζησε γιατί ζητούσε ένα άλλο ήθος από την ίδια τη φύση της ποίησης, από την κορεσμένη ήδη γλώσσα της, και, ιδιαίτερα, από την ιδεολογία της- από τα όσα επένδυαν οι άνθρωποι πάνω της και από τα όσα περίμεναν από αυτήν: την προσμονή της συναισθημ,ατικής μεταρσίωσης και την αποσιώπηση κάθε δυσάρεστης πλευράς της ζωής”.(Αλέξης Ζήρας, 1986)
26.    “…Γιατί ο Καρυωτάκης- εκτός από την περίπτωση της συνδικαλιστικής του δράσης…άλλες δυο φορές τουλάχιστον επιχείρησε να εκφράσει τις ανησυχίες του με πρακτικό τρόπο. Η πρώτη ήταν το Νοέμβριο του 1916όταν, σε ηλικία 20 χρονών, κατατάχτηκε εθελοντικά στη Φοιτητική Φάλαγγα. Η οργάνωση αυτή, θλιβερή προσπάθεια αναβίωσης της ομώνυμής της που πρωτοστάτησε στα 1862 στην έξωση του Όθωνα, είναι δημιούργημα πάλι της λαικής αγανάκτησης κατά της ωμής παρέμβασης των ξένων, μόνο που τελικά χειραγωγείται στις εσωτερικές οξύτατες διαμάχες σαν όργανο των αντιβενιζελικών….Δεν θα ήταν πολύ τολμηρό να υποθέσουμε πως ο καρυωτάκης αντιλήφθηκε σύντομα τη φάρσα στην οποία είχε εμπλακεί εξαιτίας του νεανικού του ενθουσιασμού. Μ’ αυτή τη βάση, εξάλλου, μπορούμε να ερμηνεύσουμε λογικά και την αγανάκτησή του και τη γρήγορη αποχώρησή του, δίνοντας στην ενέργειά του αυτή άλλη “προοπτική” από κείνη που δίνει οσακελλαριάδης όταν αναφέρει το σχετικό επεισόδιο: “Πρωί- πρωί παρουσιάζεται νευριασμένος στο διοικητή και ζητάει μ’ επιμονή να τον στείλουν αμέσως να πολεμήσει. Επειδή όμως αυτό δεν μπορούσε να γίνει, αγύμναστος καθώς ήταν, ξεσπάει σε θυμό κι αξιώνει να τον απολύσουν, δηλώνοντας καθαρά και ξάστερα πως κατατάχτηκε για να πολεμήσει κι όχι να μείνει κλεισμένος στον στρατώνα”. (Γεωργία Δάλκου, 1986)
27.    “Είναι ολοφάνερο ότι κατά τα δικά του κριτήρια τα τελευταία του πεζά δεν είναι διηγήματα. Ο Καρυωτάκης δεν “έχει το ενδιαφέρον αντικειμενικό, δεν μπορεί να αλλάζει εύκολα καταστάσεις, να σκιαγραφεί χαρακτήρες, πράγμα απαραίτητο για έναν καλό διηγηματογράφο”. Τα πεζά του είναι πολλαπλές αντανακαλάσεις του εαυτού του, έχουν λοιπόν το ενδιαφέρον υποκειμενικό. Μοιάζουν περισσότερο με μια αποσπασματική αυτοβιογραφία ή με σελίδες από ένα ημερολόγιο”. (Marc Lauxtermann, 1988)
28.    “Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διατήρηση του Καρυωτάκη στο ποιητικό και αναγνωστικό προσκήνιο και η κατάταξή του στους σημαντικούς Έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα επηρεάστηκαν δραστικά από τη μυθοποιητική άλω του αυτόχειρα, που σαν “χρυσή πανοπλία” περιέβαλε και περιβάλλει την ποίησή του, και μέσω αυτής, τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο ποιητής Καρυωτάκης εξακολουθεί να προσλαμβάνεται ως μυθοποιημένο πρόσωπο, παρά την αυταξία της ποίησής του. Η ομολογημένη ή συχνότερα, ανομολόγητη εντύπωση του νοσηρά μελαγχολικού ατόμου, που δια βίου και μέσω της ποίησής του προετοίμαζε την πράξη της αυτοχειρίας του, ακολούθησε τη μνήμη του Καρυωτάκη μεταδιδόμενη από γενιά σε γενιά ποιητών και αναγνωστών μέχρι και τους νέους ποιητές της δεκαετίας του ’70”. (Ευριπίδης Γαραντούδης, 1997)
29.    “Ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης, από αυτήν την άποψη, αυτοί είναι οι πατέρες μας. Η γενιά που μεσολάβησε, των μοντέρνων του μεσοπολέμου, ή πολύ αργά τους αναγνώρισε (Καβάφης) ή δεν τους συνέχισε αλλά τους παρέκαμψε με τη λυρική “υγεία” και την αναπεπταμένη φαντασία (Ελύτης), την περίσκεπτη μυθοποιία (Σεφέρης) και την ανατρεπτική ποιητική και γλώσσα (Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος). Ενώ εμίς τους αγκαλιάσαμες απροφάσιστα και αποδείξαμε πως είμαστε, η γενιά της κατοχής και του μεταπολέμου, η κομμένη τους συνέχεια Χάρη στην κατοχική μας εμπειρία, ύστερα από τη διάψευση των οραμάτων μας είμαστε έτοιμοι να τους ανακαλέσουμε και να διδαχθούμε από το “παράδειγμά τους”. (Γιάννης Δάλλας, 1996)
30.    “H ποίηση του Καρυωτάκη είναι ποίηση ελληνική. Καθορίζεται, διαλέγεται και ανμετράται με τις βασικές παραμέτρους και εκδοχές της ποιητικής μας παράδοσης. Από το δημοτικό τραγούδι (ενδεικτικό το νεανικό “Ξεπροβόδισμα”) μέχρι την “εθνική ποίηση” (χαρακτηριστική η “Εις Ανδρέαν Κάλβον” ωδή) και από τον “καθαρό λυρισμό” μέχρι την “ποίηση ιδεών” (για παράδειγμα τα “Υποθήκαι “ και “Δον Κιχώτες”). Ο Καρυωτάκης δεν υπήρξε “εθνικός ποιητής”. Δεν εξέφρασε (Σολωμός), δεν οργάνωσε (Παλαμάς), δεν διαχειρίστηκε (Σεφέρης) τις “εθνικές αναγκαιότητες”. Επιπλέον δεν παρασίτησε πάνω στην κρίση των “εθνικών ιδανικών”, ούτε πρότεινε υποκατάστατα (Λαός…)”. Από δω η αμηχανία, το δέος, ο πανικός, κάποτε και η χολή”. (Κώστας Βούλγαρης, 1998)
31.    “Για μένα η παλιότερη ελληνική ποίηση ξεπερνιέται στη νεότερη με τη μεσολάβηση του Καρυωτάκη. Τα “Ελεγεία και Σάτιρες” είναι ο ισθμός. Ο Καρυωτάκης έχει πίσω του τη σεβάσμια μορφή του παλαμά και των minoresτου δημοτικισμού και μπροστά του τη λεγόμενη γενιά του τριάντα (και όποια συνέχειά της- αν υπάρχει ως τώρα). Είναι ο ισθμός και το πέρασμα του ισθμού μαζί. Χρειάζεται να πατήσεις επάνω του ή να σε μεταφέρει αυτός, για να περάσεις αντίκρυ. Ποιητής οριακός”. (Ζήσιμος Λορεντζάτος, 2000)
32.    “Παρακολουθώντας κανείς τη ζωή του Καρυωτάκη από κοντά, διαπιστώνει ότι η πορεία του δεν ήταν ειθεία. Παρουσιάζει μια ημιτονοειδή καμπύλη. Πριν δηλαδή φτάσει στο αδιέξοδο, προσπαθεί να ξεφύγει από τον κλοιό του, αλλά το χτύπημα που του έγινε τον οδήγησε εκ νέου στο αδιέξοδο. Η ανάμειξη στο συνδικαλισμό και η ταυτόχρονη στροφή προς την κοινωνική ποίηση θα μπορούσε να του ανοίξει νέους προσανατολισμούς. Η μετάθεσή του όμως στην Πάτρα και εν συνεχεία στην Πρέβεζα εκ των πραγμάτων ανέκοψε κάθε περαιτέρω δραστηριότητα ανάμειξής του στα δημόσια πράγματα. Και τούτο τον επανέφερε στην πρότερη κατάσταση, αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορούσε να είναι παρά ο θάνατος, η ιδέα του οποίου τον συνόδευε διαρκώς στη ζωή του”. (Γιάννης Παπακώστας, 1992)
33.    “Ο Καρυωτάκης υπήρξε δέσμιος της εποχής του, βιοτικά και καλλιτεχνικά. Η συρρικνωμένη φύση και οι συμπιεστικοί καιροί οδηγούσαν στη χαμηλόφωνη ποίηση και στην οξεία σάτιρα. Η “διατεταγμένη” αισιοδοξία, αν δεν είχε άλλη πηγή ευφορίας, η οποία να τη διαστρέψει με θριαμβικές ορχήσεις επί των ερειπίων, αυτογελοιοποιόταν. Παράλληλα η υπέρβαση του γίνεσθαι με εφησυχασμούς και αναπαραγωγές, πέρα από  την αμηχανία, πρόδινε στειρότητα και ελεγχόμενη εθελοτυφλία. Η ατμόσφαιρα ανάδινε αναθυμιάσεις “σεσηπότων” που ερέθιζαν τις οξυμμένες αισθήσεις και προκαλούσαν, ως πλέον υγιείς αντιδράσεις, τις αποκαλυπτικές καταγγελίες. Ευπαθής, ενδεχομένως και “λαβωμένος”, ΄’αλλωστε τι ποιητής θα ήταν- του επιδικάστηκε να επιβιώσει σε πολύφυτο “δάσος από μάσκες”. …”Τέλος, στα συμπιεστικά όρια ενός κοσμογονικού Μεσοπόλεμου και στα στενά βιοτικά του περιθώρια δεν ανατάθηκε σ’ έναν ποιητή- προφήτη. Έμεινε απλά ένα τραυματικό πλάσμα, το οποίο, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδό του, κατέφυγε στον ελεγειακό σαρκασμό, διαμαρτυρόμενο. Όμως αφύπνισε πολλά λανθάνοντα στην πλειονότητα των ευπαθών και έγινε “αντιπροσωπευτικός”. Το έργο του δεν είναι επαναστατικό σάλπισμα μεγαλόπνοου και μεγαλορρήμονα ποιητή αλλά έμμεση καταγγελία και έγκληση ενός ασυμβίβαστου και συνεπούς, που, μαχόμενος, υπερέβη οριακά την αντοχ΄΄η του και εξάρθηκε ως την αυτοχειρία. Υπήρξε ένας παγιδευμένος που επιδίωξε την απεμπλοκή με διονυσιακές παραλλαγές χλεύης, αλλά που, τελικά, λυτρώθηκε στην απογείωση μιας τραγικής κάθαρσης”. (Επαμεινώνδας Μπαλούμης, 1997)
34.    “Στόχος λοιπόν όλων αυτών (αναφέρεται στο ποίημα “’Όλοι μαζί…”, είναι η πετυχημένη ομοιοκαταληξία. Πρόκειται ασφαλώς για μια βασική σύμβαση της ποιητικής γενιάς στην οποία ανήκει ο αφηγητής. Εδώ όμως η σημασιοδότησή της είναι αρνητική. Όλοι αυτοί οι επίδοξοι ποιητές δίνουν έμφαση στην τεχνική, η οποία αντικαθιστά την ουσία. Η “χάρτινη καρδιά” τους εξάλλου δηλώνει έλλειψη πραγματικών αισθημάτων. Ασχολούνται θα λέγαμε με τα “πάθη του χαρτιού” που απέχουν από την πραγματικότητα και τη μετουσίωσή τους σε αληθινή ποίηση. Δε θα συναντήσουμε στα έργα τους αληθινές ψυχικές καταστάσεις. Την εμφάνισή τους χαρακτηρίζει ακόμη η εκζήτηση, όπως δηλώνουν οι στίχοι “Αφήνουμε στο αγέρι τα μαλλιά/ και τη γραβάτα μας. Παίρνουμε πόζα”. Αποφεύγουν τη συντροφιά των “καλών ανθρώπων” παρωδώντας μ’ αυτό τον τρόπο τη γνωστή σύμβαση της μοναξιάς του ποιητή. Είναι τέλος αιθεροβάμονες και νομίζουν ότι έχουν συλλάβει το βάθος των πραγμάτων. Φαίνεται λοιπόν ότι είναι ποιητές, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Η όλη σκηνοθεσία του ποιήματος δηλώνει μια απάτη”. (Απόστολος Μπενάτσης, 2004)
35.    “Ο Καρυωτάκης είναι ο αντίποδάς της. Ο κομπλεξικός της αδικημένης του εμφάνισης, που γλεντά μόνο στο καρναβάλι, όταν απαρνιέται, κάτω από μια μάσκα, το πρόσωπό του. Το κιτρινιάρικο αγόρι που μένει έκθαμβο όχι μόνο μπροστά στην ακτινοβόλα της ομορφιά, αλλά κυρίως μπροστά στο σίφουνα Πολυδούρη. Στη ρωμαλεότητα μιας ψυχής που είναι τόσο αυτάρκης, ώστε να αποδιώχνει τους ωραίους άντρες που την ερωτεύονται μέχρι τρέλας, γιατί ελπίζει πως το φτωχό κορμί του τρομοκρατημένου ποιητή κρύβει έναν ελεύθερο του αναστήματός της. Κι αυτός;
 Αυτός τη φοβάται, όπως τον έκαναν να φοβάται όλη τη ζωή. Αλλά και γιατί είναι αυθεντικός ποιητής. Και γι’ αυτό σεμνός και γι’αυτό ανίκανος να μετρήσει το ανάστημα που εκείνη του αποδίδει μέσα από την ποίησή του, και δεν βλέπει παρά το αδικημένο και λυμφατικό κορμί του. Ένας δειλός που’ κρυβε μέσα του δυνάμεις γίγαντα, δυνάμεις που ανγοούσε και που τις επιστράτεψε μόνο για να πεθάνει.  Κανείς συνένοχος στην αυτοκαταδίκη μιας ασυμβίβαστης, κανείς που να διαλύσει το θρύλο της. Έμεινε μόνη. Μια γροθιά στο στομάχι του αιώνιου κατεστημένου”. (Λιλή Ζωγράφου, 1996)
36.    “Οι άνθρωποι φεύγουν, ή, όταν πλησιάζουν, /στέκουν για λίγο πάνω μας, ακούνε    
στην έρημη βοή, μάταιη και κούφια/ σα να χτυπούν το πόδι σε μια στέρνα”. “Η βοή ταυτίζεται μάλλον με την ποίηση- έναν λόγο που, εξ’ αιτίας του πόνου που τον διαπερνά και της άρνησης των άλλων να τον ακούσουν, έχει βρεθεί πια στην περιοχή του άναρθρου, όπως είδαμε και στην “Κριτική”. Οι άνθρωποι αφουγκράζονται την “έρημη βοή”, αλλά αδυνατούν ή αρνούνται να κατανοήσουν τις λέξιες που ίσως την αποτελούν. Τη λέξη ¨δυστυχία”, για παράδειγμα, ο ποιητής τη φωνάζει μέσα στην ησυχία του, και ωστόσο: “οι άνθρωποι δεν ακούνε;” Οι δέκτες της ποίησης ευθύνονται, λοιπόν, τουλάχιστον εν μέρει, για τη μετατροπή της σε “έρημη βοή. μάταιη και κούφια”. Οι άνθρωποι απομακρύνονται από τους καταδικασμένους, οι οποίοι είναι σχεδόν θαμμένοι σε έναν χώρο μεταιχμιακό, χαμηλότερα από τη γη, αλλά ψηλότερα από την αάβυσσο…”. (Έλλη Φιλοκύπρου, 2006)
37.    “Το 1922, παρουσιάζοντας μεταφράσεις ποιημάτων του Λαφόργκ, ο Άγρας σημειώνει πως βασικό χαρακτηριστικό του έργου του Γάλλου ποιητή είναι η συνάφειά του με την πραγματική ζωή. “Εμπουχτίσαμε πια από την ποίηση της υγείας που επανελήφθηκε τόσες φορές”. Η “ποίηση της υγείας” απορρίπτεται τόσο με αισθητικά όσο και με ιστορικά κριτήρια: ο άγρας ζητά μια νέα, “πιο ερεθιστική” γεύση στην ποίηση και συγχρόνως πιστεύει πως η ποίηση ασχολείται με τη ζωή όταν ασχολείται “με την αρρώστια”. Η πραγματικότητα, για τον Άγρα, απαιτούσε μια ποίηση απαισιόδοξη. Η ποίηση της υγείας και της αισιοδοξίας ήταν εσκεμμένα μη ρεαλιστική και αγνοούσε τα κοινωνικά και ιστορικά προβλήματα. Ωστόσο, περιγράφοντας την αρρώστια της κοινωνίας, ο ποιητής περιθωριοποιείται: “Η άρρωστη εποχή μας μισεί εκείνους που της μιλούν την τρομακτική αλήθεια. Ο Όσκαρ Ουάιλδ το είπε: μοιάζει με τη λύσσα του Κάλιμπαν εναντίον του καθρέφτη που του δείχνει το πρόσωπό του”. Η περιθωριοποίηση δεν είναι, επομένως, μόνο συνάρτηση της “αχρηστίας” του ποιητή αλλά και μια τιμωρία που του επιβάλλει η κοινωνία”. (Έλλη Φιλοκύπρου,  2009)
38.    “Ο Φαίδων είναι οπωσδήποτε ένας άλυτος γρίφος που “βαραίνει” τον Κ. και ίσως γι’ αυτό και τον βουλιάζει στη λάσπη…..Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για τον πλατωνικό Φαίδωνα, όπου τίθενται τα θέματα της ζωής και του θανάτου, του σώματος και της ψυχής. Πίσω από τον Φαίδωνα θα μπορούσαμε να δούμε το σώμα του ποιητή, όπως αυτό παρουσιάζεται στον Πλάτωνα, ως αίτιο δηλαδή πολλών κακών, και πίσω από το θαυμαστό βιβλίο, την ψυχή του ποιητή, για την οποία μάλιστα υπάρχει ο φόβος (στον πλατωνικό Φαίδωνα) πως όταν βγαίνει από το σώμα, την παρασέρνει και τη σκορπά ο άνεμος. Ένας φόβος που εντείνεται πολύ περισσότερο σαν τύχει ο άνθρωπος να μην πεθαίνει σε καιρό γαλήνιο, μα όταν φυσά άνεμος δυνατός. Αισθάνεται λοιπόν κι ο Κ. κάτι τέτοιο όταν γράφει το ‘αίνιγμά του” κατά τη διάρκεια μιας κακοκαιρίας…”. (Σπύρος Βρεττός, 2006)
39.   “Από καθαρά ψυχιατρική σκοπιά, έχουν ασχοληθεί με τον ποιητή ο Φώτης Σκούρας (1943) και ο Γ. Φιλιππόπουλος (1940 και 1943), και αργότερα. Ο πρώτος, στηριζόμενος στα τότε δεδομένα της επιστήμης του, θα υποστηρίξει πως ο Καρυωτάκης ήταν θύμα της νεύρωσής του και των απωθιημένων σεξουαλικών ενορμήσεων που κυβερνάνε την ψυχή του ανθρώπου και ιδιαίτερα του νέου…Κατά τον Γ. Φιλιππόπουλο, η περίπτωση Καρυωτάκη, τεκμηριώνεται κλινικά και γίνεται περισσότερο κατανοητή, χάρη στα νέα ψυχοβιογραφικά στοιχεία και στις καινούργιες ψυχιατρικές- ψυχοδυναμικές γνώσεις …. Και δικαιολογεί: ”Ιδιόρρυθμη, ιδιότυπη και κάπως αφύσικη ενδόμυχη βίωση η Ανία, σπάνια και σχεδόν άγνωστη στον κόσμο του κόπου και του μόχθου, απαντιέται συχνά σε ορισμένα άτομα του πνευματικού- λογοτεχνικού κόσμου, που δείχνουν ιδαίτερο ψυχοτροπισμό προς αυτή…Η αέναη πνευματική- διανοητική ενασχόληση, η μονότονη διαβίωση, σε πολλές και συχνές πίκρες που φέρνει το επάγγελμα όποιο κι αν είναι, η καθημερινότητα και, παράλληλα, η μεγάλη επιθυμία των ανθρώπων αυτών για την κατάκτηση της γνώσης που είναι πάντα μια ασύλληπτη χίμαιρα, αποτελούν τα βασικά κίνητρα- αίτια της ανίας, που ενδημεί θά ‘λεγα στα άτομα με νοητική και ψυχική ανωτερότητα”. (Β. Κωνσταντής, 1993)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.    Αργυρίου Αλέξανδρος,  “ Κ.Γ.Καρυωτάκης, Τα ανοιχτά προβλήματα της ποίησης και της ζωής του, Γαβριηλίδης 2007, Αθήνα
2.    Μαλάνος Τίμος, “Βάρναλης, Αυγέρης, Καρυωτάκης, Καστανιώτης”, σχέδιο μελέτης: “Κ. Καρυωτάκης – Ένας Ηγησιακός”, Καστανιώτης 1983, Αθήνα
3.    Bαρίκας Βάσος, “Κ. Βάρναλης – Κ.Καρυωτάκης”, Κ.Γ.Καρυωτάκης:Το δράμα μιας γενιάς (1938), Γαβριηλίδης- Πλέθρον 1978, Αθήνα
4.    Ντουνιά Χριστίνα, “Κ.Γ.Καρυωτάκης: “Η αντοχή μιας αδέσποτης τέχνης”, Δοκίμιο Καστανιώτης, 2001, Αθήνα
5.    “Κ. Γ. Καρυωτάκη: ποιήματα, εισαγωγή Έλλη Αλεξίου , παρουσίαση Γ. Πικρού, Γ. Οικονόμου, Αθήνα
6.    Συγγραφείς στο χρόνο -6 , “ Κ. Γ. Καρυωτάκης , Ημερολόγιο 2002”, επιμ. Θανάσης Χατζόπουλος, Διάμετρος 2001, Χαλκίδα
7.    Κ. Γ. Καρυωτάκης, “Ποιήματα και πεζά”, επιμ. Γ. Π. Σαββίδης, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής 1991, Αθήνα
8.    Επιστημονικό Συμπόσιο “Καρυωτάκης και Καρυωτακισμός” ,(31- 1 και 1-2- 1997), Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραίτη)
9.    Ανθολόγιο Κ.Γ.Καρυωτάκη “Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα”, εισαγωγή -ανθολόγηση Θανάσης Χατζόπουλος, Διάμετρος 2001, Χαλκίδα
10.    Παπακώστας Γιάννης, “Ο πολιτικός Καρυωτάκης”, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας” Ι. Δ. Κολλάρου & Σια Α.Ε., 1992, Αθήνα
11.    Κ. Γ. Καρυωτάκης- Νεοελληνική καλασική πεζογραφία: Πεζά και μεταφράσεις, εισαγωγή: Κ. Γ. Παπαγεωργίου και Τιτίκα Δημητρούλια, Αλεξάνδρεια,
12.    Κώστας Γ. Καρυωτάκης: “Σατιρικά”, εισαγωγή, σχόλια, επίμετρα: Σαράντος Ι. Καργάκος, Αρμός
13.    Μπαλούμης Επαμεινώνδας, “Κώστας Καρυωτάκης ο πεζογράφος”, Ελληνικά Γράμματα, 1997, Αθήνα
14.    Μπενάτσης Απόστολος, “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ”: Κώστας Καρυωτάκης  από τα πρώτα ως τα τελευταία ποιήματα, Μεταίχμιο, 2004, Αθήνα  
15.    Ζωγράφου Λιλή, “Κώστας Καρυωτάκης– Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης”, Αλεξάνδρεια, 1996, Αθήνα
16.    Φιλοκύπρου Έλλη, “Παλαμάς, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ελύτης: η διαρκής ανεπάρκεια της ποίησης”, Μεσόγειος 2006, Αθήνα
17.    Φιλοκύπρου Έλλη, “Η γενιά του Καρυωτάκη: φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου”, Νεφέλη (Θεωρία- Κριτική), 2009, Αθήνα
18.    Δάλκου Γεωργία, “Κωνσταντίνος Γεωργίου Καρυωτάκης: δημόσιος υπάλληλος εξ’ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως…”, Καστανιώτης 1986, Αθήνα
19.    Βρεττός Σπύρος, “Κώστας Καρυωτάκης: Το εγκώμιο της φυγής”, Γαβριηλίδης, 2006. Αθήνα
20.    Κώστας Γ. Καρυωτάκης: Νηπενθή, εικαστικός διάλογος Γ. Κορδής, Αρμός, 2008, Αθήνα
21.    Κωνσταντής Βασίλειος, “Κώστας Καρυωτάκης: Σατιρικό στοιχείο του έργου του- κριτικές απόψεις”, 1993, Πρέβεζα
22.    Σαββίδης Γ.Π., “Στα χνάρια του Καρυωτάκη”, κείμενα 1966-88, Νεφέλη (Λογοτεχνία και κριτική), 1989, Αθήνα
23.    Άπαντα τα ευρισκόμενα, φιλολογική επιμ. Γ.Π.Σαββίδη, τόμος Ά, 1965, Αθήνα
24.    Μουστάκη Γ.Ι. “Τα Πρεβεζάνικα”, σχετικό κείμενο μέσα σ’ αυτά: “Πρεβεζάνοι και Αρκάδες για τον Καρυωτάκη” σελ.196, Δήμος Πρέβεζας- Δημοτική Βιβλιοθήκη Πρέβεζας, 2002 Πρ.
25.    “Συμπόσιο για τον Καρυωτάκη”, (11-14 Σεπτεμβρίου 1986), Δήμος Πρέβεζας, 1990,
26.  “Πρακτικά του Δεύτερου Διεθνούς Συμποσίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό Της Πρέβεζας”, Πρέβεζα Β’, 2ος τόμος,(16-20 Σεπτεμβρίου 2009), επιστημονική επιμ.: Μ. Βρέλλη- Ζάχου, Χ. Σταυράκος, επιμ. Έκδοσης Ν.Δ.Καράμπελας και Michael Stork, Πανεπ/μιο Ιωανίνων- Δήμος πρέβεζας- Ίδρυμα Ακτία Νικόπολης, 2010, Πρέβεζα
27.   “Πρεβεζάνικα Χρονικά”, περιοδικό της Δημοτ. Βιβλιοθήκης πρέβεζας, Περίοδος Β΄, έτος 9ο, τεύχος 27-28, Αφιέρωμα: “100 χρόνια Πρέβεζα”, Ιανουάριος 1993, Πρέβεζα
28.    Μαφρέδας Στέλιος Θ., Ανθολογία: “Η Πρέβεζα στη Νεοελληνική ποίηση”, Δημοτική Βιβλιοθήκη Πρέβεζας, 2001, Πρέβεζα
29.    Λογοτεχνική Λέσχη,“Κ.Γ.Καρυωτάκης- όλα τα ποιήματα και πεζά: Τα λόγια σου κομμάτια”, Μοντέρνοι καιροί,
30.    Λογοτεχνική Λέσχη, “Μαρία Πολυδούρη: ‘Μιλώ για την αγάπη σου-  Όλα τα ποιήματα”, Μοντέρνοι καιροί, 1998, Αθήνα

 

.

Advertisements

2 thoughts on “Κώστας Καρυωτάκης: Αφιέρωμα από την Αλεξάνδρα Κωστάκη Γ’

  1. Συγχαρητήρια Αλεξάνδρα μου, έχεις κάνει την πιο εμπεριστατωμένη μελέτη που έχω διαβάσει για τον Καρυωτάκη….

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s