Κώστας Καρυωτάκης: Αφιέρωμα από την Αλεξάνδρα Κωστάκη Β’

kariotakis2Α’ μέρος του αφιερώματος στον Κώστα Καρυωτάκη… παρακάτω η συνέχεια

Ο Καρυωτάκης Δημόσιος Υπάλληλος –  Ο έρωτάς του με την Πολυδούρη

Στις 30-12-1921, ο Καρυωτάκης έχει αφήσει τη “μονότονη” ζωή στην επαρχία, στην Άρτα και τη Σύρο, μετατίθεται στη Νομαρχίας Αττικής και Βοιωτίας και υπηρετεί   εκεί, παρέα και με άλλους λογοτέχνες της εποχής, όπως οι Π. Ταγκόπουλος και Κ. Κουράκος, ενώ θεωρείται από πολλούς βιογράφους του, ευτυχής σύμπτωση, το γεγονός της τοποθέτησης ως Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας του λογοτέχνη Ν. Πετμεζά – Λαύρα. Από τον Καρυωτάκη, πάντως, δεν φαίνεται να εκτιμάται ανάλογα αυτό το πλεονέκτημα και δυο μήνες μετά την εγκατάσταση του λόγιου Νομάρχη βρίσκεται να υπηρετεί σαν έκτακτος υπάλληλος στο Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως.
Η Γεωργία Δάλκου, στο βιβλίο της Κ. Γ. “Καρυωτάκης, Δημόσιος υπάλληλος εξ Άθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως…” 1986), παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τη δημοσιουπαλληλική αλλά και τη συνδικαλιστική ζωή του ποιητή, που δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστές.
Μετα τη Μικρασιατική καταστροφή, ΄”όταν τα πάντα καταποντίζονται”, μας λέει, “ μόνη ελπίδα για να υπάρξει κάποια συνέχεια είναι η διασφάλιση της λειτουργίας- έστω και υποτυπώδους- της κρατικής μηχανής. Κι ενώ σ’ άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, σ΄’αλλους επαγγελματικούς χώρους, η αστάθεια και οι μεγάλες ανα στατώσεις προκαλούν άγχος εξαιτίας της αβεβαιότητας, οι κρατικοί υπάλληλοι μοιάζουν να απολαμβάνουν την ηρεμία ενός απάνεμου λιμανιού.”
“Ίσως γι’ αυτό- εν Ελλάδι”, συνεχίζει, “παρατηρείται τόσος μεγάλος συνωστισμός μνηστήρων γύρω από τις θέσεις του δημοσίου. (Τι ανάγκη έχουν αυτοί; αποφαίνεται η λαική θυμοσοφία. Βρέξει χιονίσει, ο μισθός τρέχει!) Στα τέλη του 1922 ο φάκελος του Καρυωτάκη περιλαμβάνει μια σχετική μεταβολή, την αύξηση του μισθού του κατά 60 δραχμές το μήνα”.
Μέσα στο 1922, στα 26 του χρόνια, γνωρίζει την Μαρία Πολυδούρη. Η περιγραφή της Λιλής Ζωγράφου είναι γλαφυρότατα χαρακτηριστική:
“ Λίγο καιρό αργότερα, ένα πρωί, ανοίγει η πόρτα του γραφείου του στη Νομαρχία και μπαίνει μέσα μια νέα κοπέλα. Κάθισε απέναντί του και τον ρώτησε με την πιο ζεστή φωνή που άκουσε ποτέ. “ Ποιος είστε εσείς; Τι κάνετε εδώ μέσα;”. Ο Καρυωτάκης τά ‘ χε τελείως χαμένα και χαμογέλασε, για να δώσει διέξοδο στην αμηχανία του. Λίγο ακόμα και θα πίστευε πως ήταν πλάσμα της φαντασίας του. Τόσο όμορφη και τόσο άφοβη! Η ανάσα του είναι κομμένη κάτω από τα μάτια της, που τον ανιχνεύουν, τον πληγώνουν…”
Και συνεχίζει ασυγκράτητη η Πολυδούρη: “ Έρχεστε συχνά εδώ; Πώς αντέχετε να βλέπετε την ασκήμια όλων τούτων των θλιβερών πλασμάτων! Μα δείτε, στο Θεό σασς, τη φτώχια των ματιών τους, την πενιχρότητα του χαμόγελού τους, την ένδεια ζωής στην έκφράσή τους. Θα πεθάνουν όπως ακριβώς έζησηαν! Ανυποψίαστοι για το θαύμα της ζωής. Αλλά δε μού’ πατε ποιος είστε; Τι γυρεύετε εδώ; για να αναφωνήσει στο τέλος, μόλις ακούσει το όνομά του: “ Ο ποιητής!”
Απρίλης του ’22. Η Μαρία είναι 20 χρόνων και εκείνος 26. Τα νιάτα τους “δειλά και άγρια απελπισμένα και διψασμένα για πίστη θ’ανάβουν φωτιές τ’ Αη Γιαννιού όπου σταθούν, όπου κοιτάξουν, όπου διαβούν, όποια στιγμή της μέρας, σ’ ‘οποιο σημείο της γης συναντηθούν κι αντικτρυστούν τα μάτια τους” Δεν εξομολογούνται σε κανένα το πάθος τους, η μαρία μιλάει μόνο στην αδελφή της γι’ αυτόν. Εκείνος, φαίνεται πως δεν το παραδέχτηκε ποτέ πουθενά, ούτε στον στενό του φίλο, το Σακελλαριάδη, που μετά το θάνατο του Καρυωτάκη, στο βιβλίο που έγραψε, αρνιέται με πείσμα (και περιφρόνηση για το πρόσωπο της Μαρίας) το δεσμό τους. Στην ερώτηση που η ίδια η Λ. Ζωγράφου του έκανε σε συνάντησή τους, ο Σακελλαριάδης της απάντησε πως “Ο Καρυωτάκης δεν είχε αισθηματικούς δεσμούς, κοιμόταν πάντα με πληρωμένες γυναίκες”, τολμώντας από τη μια να χαρακτηρίσει “πόρνη” την Πολυδούρη, ενώ από την άλλη, αρνιόταν κατηγορηματικά πως είχε κοιμηθεί μαζί της ο Καρυωτάκης. Κι έτσι η Ζωγράφου ξεσπάει: “Ο  “φίλος” σωπαίνει παγιδευμένος. Και δεν είναι ο μόνος που κακοποίησε, χλεύασε, λέρωσε το πέασμά της και το πάθος της. Ίσως για να επιβεβαιώσουν όλοι αυτοί, πόσο δίκιο είχαν οι δυο νέοι που δεν αξίωσαν κανέναν κοινωνώντας το μυστικό τους. Κι ακόμα, γιατί εκείνη η μίζερη εποχή δεν μπορούσε να παραδεχτεί την παρουσία μιας γυναίκας που διαλέγει τους εραστές της. Που περιφρονεί όλους αυτούς τους σεξουαλικά υποσιτισμένους που την κυνηγούν σα λιμασμένα σκυλιά και που, φυσικά, θα τη διασύρουν λυσσασμένοι από την αποτυχία τους”.  
Ο Καρυωτάκης απαλάσσεται από την Νομαρχία Αττικής και Βοιωτίας και από τις 26-9-1923, όπως μας λέει η Γ. Δάλκου, υπηρετεί στη νέα του θέση, επιχειρώντας ένα νέο ξεκίνημα από “κάποια ανώτερη θέση- έχει προαχθεί σε εισηγητή- και μ’ αντικείμενο δουλειάς πιο ενδιαφέρον: Με απόφαση της 18-12-1923 έχει τοποθετηθεί προιστάμενος του Γραφείου Εποπτείας Εγκαταστάσεως Προσφύγων. Από τη θέση αυτή ζει από κοντά όχι μόνο το ανθρώπινο δράμα τυης προσφυγιάς αλλά κι ένα άλλο δράμα, ίσως πιο φοβερό: Τις ρεμούλες, τις καταχρήσεις, τις αυθαιρεσίες πολλών από κείνους που χειρίζονται το θέμα της αποκατάστασης των προσφύγων”. Στις 28-2-1924, για λόγους που σχετίζονται με πληθώρα πολιτικών αλλαγών και εξελίξεων (αναχώρηση του βασιλιά, παραίτηση Πλαστήρα, διακυβέρνηση της χώρας από το Βενιζέλο και συνέχεια της πολιτικής αστάθειας με Καφαντάρη, Παπαναστασίου, Κονδύλη, Σοφούλη και Μιχαλακόπουλο να πρωταγωνιστούν για λίγο στο πολιτικό σκηνικό), μετακινείται με απόφαση του υπουργού Προνοίας Δοξιάδη στο 2ο Γραφείο Τμήματος Προσωπικού, ως προιστάμενος αυτού. Η αλλαγή αυτή συμπίπτει χρονικά με την κίνηση του περιοδικού “Εμείς”, όπου υπογράφουν 21 λογοτέχνες που ανήκουν στη νέα λογοτεχνική γενιά, οι περισσότεροι με σπουδές στη Νομική: Άγρας, Λαπαθιώτης, Χάρης, Γιοφύλλης, Προεστόπουλος, Στασινόπουλος, Παπαδήμας, Φαλτάιτς, Νάζος, Καρυωτάκης. Ανάμεσά τους επίσης, πλεονάζουν οι ασχολούμενοι με τη δημοσιογραφία (Γιοφύλλης, Μιχαλόπουλος, Παπαδήμας, Φαλτάιτς, Νάζος), ενώ δεν λείπουν και οι δημόσιοι υπάλληλοι: Άγρας, Προεστόπουλος, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Στασινόπουλος, Καρυωτάκης, του οποίου το ποίημα “Μίσθια δουλειά” απηχεί κι εκείνων τις αντιλήψεις, παρουσιάζοντας “ακέριο το δράμα του ραφινάτου μεροδουλευτή”: “Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες/ άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα”. Δεν είναι μόνο ο πρώτος ΄Ελληνας ποιητής, ο Καρυωτάκης, που εισάγει το στοιχείο της εργασίας και μάλιστα της αλλοτριωμένης εργασίας σαν ένα από εκείνα που καθορίζουν και τον ψυχισμό των ανθρώπων, αλλά χρησιμοποιεί σχεδόν τον οικονομικό όρο. Γιατί τι άλλο είναι η “μίσθια δουλειά” από τη “μισθωτή εργασία”;
Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο της δουλειάς του γραφιά, είναι οι “σωροί χαρτιών”, το χαρτομάνι, που η διεκπεραίωσή του δεν προσφέρει κανενός είδους ενδιαφέρον ή συγκίνηση, οπότε είναι φυσική και η αποστροφή του Καρυωτάκη και η έμμονη ιδέα του να αλλάξει επάγγελμα. Την Άνοιξη του 1924 – μας πληροφορεί ο Σακελλαριάδης- “στο ταξίδι του στην Ιταλία και Γερμανία, σκέφτηκε παίρνοντας από κει την αντιπροσωπεία από διάφορα βιομηχανικά εργοστάσια, ν’ ανοίξει στην επιστροφή του παραγγελιοδοχικό γραφείο (πουλώντας λικέρ, χάντρες, σουγιάδες κλπ.), δίνοντας την παραίτησή του από δημόσιος υπάλληλος. Ωστόσο, μετά την επιστροφή του, θα φορέσει και πάλι το ένδυμα του τυπικού, πρόθυμου, εξυπηρετικού και αξιοπρεπούς υπαλλήλου και θα ξανακαθίσει στην ίδια θέση, εκεί όπου τον γνώρισε και ο Τ. Άγρας.
Από τα γραπτά του ποιητή  και άλλα στοιχεία, συμπεράινεται πως από τον Φεβρουάριο του 1924 ως τον Αύγουστο του 1925, δεν υπάρχει καμιά υπηρεσιακή μεταβολή. “Η ζωή μου’, συμπληρώνει ο ίδιος, είναι ένα ωραίο (τρόπος του λέγειν) ρολογάκι, το οποίον ο Παντοδύναμος έχει την καλοσύνη να κουρντίζει ακόμη κάθε πρωί”. Δεν αντιμετωπίζει όμως τα υπηρεσιακά του καθήκοντα με αδιαφορία, κάθε άλλο. Από την έκθεση των υπηρεσιακών του προσόντων, περί προαγωγής του Καρυωτάκη, συνταγμένη από τον προιστάμενό του Φωκίωνα Κοπανάρη, προκύπτει “…ότι ο Εισηγητής Κωνσταντίνος Καρυωτάκης … επεδείξατο πλήρη ικανότητα και αρετάς σπανιωτάτας. Έχων πληρεστάτην διοικητικήν και επιστημονικήν και εγκυκλοπαιδικήν μόρφωσιν κατόρθωσε δι’ ακαταπονήτου και μεθοδικής εργασίας να αναδιοργανώση το εν τελεία σχεδόν ανυπαρξία ευρισκόμενον Γραφείον Υγιεινομικού Προσωπικού της Διευθύνσεως Υγιεινής…”, συνδυάζοντας τα παραπάνω προσόντα του “μετά του χρηστοτάτου ήθους του, του αξιοπρεπούς και σεμνού της όλης συμπεριφοράς του, της σοβαρότητος και εχεμυθείας του…καλώς ανατεθραμμένου και διαπαιδαγωγημένου ανθρώπου…”
Όσο κι αν οι επαινετικοί χαρακτηρισμοί συνηθίζονται, θάλεγε κανείς, στη σύνταξη τέτοιου είδους εκθέσεων υπηρεσιακών προσόντων δημοσίων υπάλλήλων, υπάρχουν βάσιμες πληροφορίες πως ούτε κοινή κομματική τοποθέτηση υπήρχε με τον προιστάμενό του –  έτσι κι αλλιώς ο Καρυωτάκης δεν τάχθηκε ποτέ ανοιχτά υπέρ καμιάς παράταξης-  αν και οι δικοί του ήταν βασιλόφρονες και ταλαιπωρήθηκαν γι’ αυτό-, ούτε την προαγωγή που ζητούσε πήρε.
Τον Ιούνιο του 1925, ο Πάγκαλος και η επανάστασή του επικράτησαν εύκολα με το πρόσχημα της δυναμικής λύσης των συσσωρευμένων προβλημάτων της χώρας. Η μέθοδος και το ύφος γνωστά: Φίμωση των αντιπάλων και κομμένες με το μαχαίρι οι αντιδράσεις. Για όσους “ανακινούν ειδήσεις” και διαταράσσουν τη δημόσια τάξη, ο νόμος προβλέπει ποινές φυλάκισης ενώ αίρεται η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Κι ενώ εγκαθιδρυόταν ένα καθεστώς αυθαιρεσίας και καταχρήσεων, χωρίς τον κίνδυνο δημόσιας κριτικής, προς τα έξω δειχνόταν το αυστηρό πρόσωπο μιας άτεγκτης ηθικής που άγγιζε τα όρια της γελοιότητας ή της παραφροσύνης- είναι γνωστή και η αυστηρή διάταξη περί του μήκους της φούστας των γυναικών (να απέχει το πολύ 30 εκατοστά απ’ το έδαφος), ενώ το πιο τραγικό, ήταν το στήσιμο των περίφημων αγχονών του Πάγκαλου για την τιμωρία καταχραστών του δημοσίου. Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του χώρου και του χρόνου που κάνει ο ποιητής στο ποίημα “Η πεδιάς και το Νεκροταφείο”.
Από τον Αύφουστο του 1924 ως τον Ιανουάριο του 1927 οι καιροί δεν ευνοούν τη δημοσίευση ποιημάτων, την ελέυθερη διακίνηση ιδεών και την καλλιτεχνική έκφραση. Από την άλλη όμως, ο δημόσιος υπάλληλος Καρυωτάκης, βλέπει πώς εφαρμόζονται στην πράξη – με ποιά διαβλητά μέσα, με ποιες χαριστικές πράξεις, με ποιες επιλογές προσώπων- οι γενικές μεγαλόστομες διακηρύξεις ΄περί αποκαταστάσεως της χρηστής λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού”, έχει αποδείξεις των αντιφάσεων από πρώτο χέρι και δεν είναι τυχαίο που οι περισσότερες σάτιρες γεννιούνται αυτή την εποχή.
Στα υπουργεία επικρατεί μεγάλη αβεβαιότητα και … κινητικότητα, καθώς οι υπηρεσίες ανδιαρθρώνονται και οι υπάλληλοι μετακινούνται. Στις 4-9-1925 ο Καρυωτάκης τοποθετείται Γραμματέας του Ιατροσυνεδρείου, κατοπινό “Ανώτατον Υγιεινομικόν Συμβούλιον”,  και έχει σαν αντικείμενο την επίβλεψη της δημόσιας υγείας. Η οριστική διάλυση του Υπουργείου γίνεται στις 12-1-1926, ενώ απολύεται μεγάλος αριθμός υπαλλήλων μονίμων, ημερομισθίων ή επί συμβάσει, δήθεν ως πλεονάζοντων, ύστερα από λίγες μέρες όμως, παρατηρείται μεγάλος αριθμός νέων προσλήψεων. Οι διάφορες διευθύνσεις και τα τμήματα του καταργηθέντος Υπουργείου, καθώς και οι υπάλληλοι που ανήκαν εκεί, μοιράστηκαν σε διάφορα υπουργεία. Η Διεύθυνση Υγιεινής έλαχε στο Υπουργείο Εσωτερικών, έτσι ο Καρυωτάκης στις 18-2-1926 τοποθετείται εκεί.
Αλλά η καθησυχαστική εικόνα που θέλουν να υποβάλουν τα έργα και οι ημέρες της γραφειοκρατίας είναι πλασματική: Στο εξωτερικό, ταπεινώσεις και υποχωρήσεις, στο εσωτερικό κινήματα, αιματηρές στγκρούσεις, συλλήψεις, ανατροπή του Πάγκαλου από τον Κονδύλη και τέλος η απόφαση επανίδρυσης του Υπουργείου Υγιεινής, στο οποίο στις 3 – 9- 1926 καλείται ο Καρυωτάκης να αναλάβει υπηρεσία. Στη δεύτερη αναρρωτική του άδεια, ο Καρυωτάκης επισκέπτεται τη Ρουμανία. Ο ίδιος σε επιστολή του προς τον Σακελλαριάδη, το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου, γράφει: “’Όταν ήρθα, ήβρα αναστατωμένο το Υπουργείο, Νομ. Διατάγματα, προαγωγές κλπ, μεταξύ δε  άλλων και κατειλημμένη τη θέση μου. Τώρα φοβούμαι καμιά μετάθεση. Αν μου σκαρώσουν τίποτε τέτοιο, εννοείται, θα παραιτηθώ. Τα τυχοδιωκτικά σχέδια συσσωρεύονται στο μυαλό μου. Σκέπτομαι να …πάρω ένα δίπλωμα σωφέρ και ν’ απέλθω εις Παρισίους.”
Η τοποθέτησή του σε άλλο τμήμα- Το τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων- γίνεται στις 9 -12-1926, όταν αναλαμβάνει η Οικουμενική Κυβέρνηση υπό τον Ζαίμη και τη σχετική διαταγή υπογράφει ο Μ. Κύρκος, ο υπουργός με τον οποίο συγκρούστηκε ο Καρυωτάκης. Την ίδια χρονιά που ο ποιητής σκέπτεται να φύγει για το Παρίσι, η Μαρία Πολυδούρη είναι ήδη εκεί και προσπαθεί να κάνει ένα καινούριο ξεκίνημα αφήνοντας πίσω ένα παρελθόν που πονάει.

Για πόσο όμως; Aς περπατήσουμε λίγο μαζί της, ακολουθώντας βήματα μοναχικά δικά της αλλά και της κοινής τους σύντομης πορείας:

Μαρία Πολυδούρη, “το πρωτολούλουδο τ’ Απρίλη”
Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
 
Μ᾿ ἀπάντησες στὸ δρόμο σου, Ποιητή.
Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο τοῦ Ἀπρίλη.
( δίψα τῆς ἀγάπης ποὺ ζητεῖ
σοῦ φλόγιζε τὴ σκέψη καὶ τὰ χείλη.
Ἤμουν τὸ πρωτολούλουδο. Κλειστὴ
τότε ἡ πηγὴ τῶν στοχασμῶν μου, ἐμίλει
μόνο ἡ καρδιά μου ἀθώα καὶ λατρευτή,
ὅταν τὸ πρῶτο βλέμμα μου εἶχες στείλει.
Μὲ τὸν καιρό, τὸν πόθο σου σ᾿ ἐμὲ
νὰ φανερώσης σίμωσες. Ὠιμέ,
εἴμασταν μιᾶς γενιᾶς παιδιά. Ἡ καρδιά μας
Ἀγάπαε μὲ τὸ πάθος ποὺ ζητᾶ
νὰ πάρη, τὸ αἰσθανθήκαμε φρικτὰ
καὶ πήραμεν ἀλλοῦθε τὴ ματιά μας.

Πρωταπριλιάτικο λουλούδι της Καλαμάτας του 1902, η Πολυδούρη, κόρη του Ευγένειου Πολυδούρη, καθηγητή φιλόλογου και της Αγγελικής Μαρκάτου, ονειρεύονται και οι δυο να τη δουν φιλόλογο.

Το 1905, η οικογένεια ακολουθεί τον Ευγένειο Πολυδούρη στο Γύθειο, όπου έχει μετατεθεί. Η Μαρία τελειώνει εκεί το δημοτικό και το Σχολαρχείο. Με τις ατέλειωτες βόλτες της στην παραλία, ικανοποιούσε την “ειδωλολατρική αγάπη της για τη θάλασσα”.
Την ποίηση, η Μαρία Πολυδούρη, την ανακάλυψε μέσα από τα μανιάτικα μοιρολόγια της πόλης και την τελετουργία τους, που τη ζούσε ως την παραμικρή της λεπτομέρεια.
“Μ’ αρέσει να λυπάμαι” , έλεγε στη μητέρα της, δικαιολογώντας τις ώρες που αφιέςρωνε να ακούει μοιρολόγια σε σπίτια νεκρών του Γυθείου. Εκεί έζησε εννιά χρόνια, ενώ μελετούσε και αφομοίωνε όλο το μεταφυσικό κλίμα που δημιουργούσαν οι μοιρολογίστρες. Αν για τους ντόπιους τα μοιρολόγια ήταν πόνος και κατευώδιο, για την Μαρία Πολυδούρη ήταν ποιητικό δρώμενο.
Λίγα χρόνια μετά, ο πατέρας μετακομίζει στα Φιλιατρά και η οικογένεια μετακομίζει εκεί. Η Μαρία είναι 13 ετών, πηγαίνει στο Γυμνάσιο και γράφει το πρώτο της ποίημα, με τίτλο “Πόνος της μάνας”. Με την ατμόσφαιρα και το βίωμα από τις μοιρολογίστρες του Γυθείου, περιγράφει το σπαραγμό της μάνας για το γιο της που θαλασσοπνίχτηκε. Ξεπερνά το γεγονός του θανάτου- και μάλιστα ενός νέου ανθρώπου- και λυπάται, θρηνεί τη μάνα. Ο πόνος της μάνας είναι πάνω από τα θάνατο.
Το 1916 η οικογένεια Πολυδούρη εγκαθίσταται πάλι στην Καλαμάτα. Στο περιοδικό “Οικογενειακός Αστήρ” δημοσιεύεται το ποίημα  “Ο πόνος της μάνας” που είχε γραφτεί ένα χρόνο πριν, στα Φιλιατρά. Η Καλαμάτα εκπλήσσεται θετικά απ’ το δημιούργημα της νεαρής ποιήτριας.
Το 1917 συγκεντρώνει τα ποιηματάκια της, τα αντιγράφει σε ένα δεμένο τετράδιο και φτιάχνει την πρώτη αυτοσχέδια συλλογή της με τον τίτλο “Οι Μαργαρίτες”. Ελάχιστα από τα ποιήματα της συλλογής διέσωσε η ίδια.
Ύστερα από μερικά χρόνια σ’ ένα μπλοκάκι αντέγραψε ένα- δυο ποιήματα που θυμόταν από τη συλλογή αυτή. Τα ποιήματα ήταν εμπνεύσεις της στιγμής και, για να τα γράφει, χανόταν από τους δικούς της χωρίς καμμιά εξήγηση και απομονωνόταν.
Το 1918 αποφοιτά από το Γυμνάσιο και διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Τη χρονιά αυτή ανακαλύπτει τη Ρωσική Επανάσταση από κάποια έντυπα που πέφτουν στα χέρια της. Συγκινημένη κι ενθουσιασμένη, συντάσσει μια φλογερή προκήρυξη, κάνει μερικά αντίγραφα και τα δίνει στην αδελφή της να τα μοιράσει. Ενδιαφέρεται για το γυναικείο κίνημα και για τη χειραφέτηση της γυναίκας. Από το γεγονός αυτό πηγάζει και η φιλοδοξία της να ακολουθήσει τη Νομική κι όχι τη Φιλολογία, το όνειρο των γονιών της. Για να κερδίσει τη συγκατάθεση των γονιών της στην αλλαγή στόχων στις σπουδές της, πραγματοποιεί απεργία πέινας για μια βδομάδα.
Το 1920, μέσα σε σαράντα μέρες χάνει τους γονείς της, πρώτα ο πατέρας κι ύστερα η μητέρα της.
Η Μαρία ποτέ δε μπόρεσε να θεραπευτεί από τύψεις που την παιδεύανε, γιατί είχεν αφήσει άρρωστη τη μητέρα της και πέθανε κατά την απουσία της. Οι βασανιστικές τύψεις γίνηκαν η αιτία να γράψει ποίημα αφιερωμένο στη τρυφερή και πονεμένη μάνα:
“…Δε σ’ ένιωσα πριν να σε χωριστώ
 μα η θύμησή σου ακέρια που μου μένει
μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ
για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη”.
Τον Φεβρουάριο του 1921 φθάνει στην Αθήνα και εγγράφεται στη Νομική Σχολή, ενώ το 1922 μετατίθεται από τη Νομαρχία Μεσσηνίας στη Νομαρχία Αττικής και στις 15 Φεβρουαρίου αναλαμβάνει δουλειά. Εκεί γνωρίζει τον Καρυωτάκη και μαζί μ’ αυτόν, τον αληθινό έρωτα που πάντα αναζητούσε:
“Και στάθηκα μπροστὰ σὲ δυὸ μάτια μὲ δίχως ταίρια,
ὡραῖα σὰ λωτολούλουδα, μάτια νοσταλγικά,
ποὺ μοῦ μηνοῦσαν τὴν αὐγή, μὰ ὠιμένα ἦταν ἀστέρια
ποὺ μοῦ εἶχαν ρίξει λίγο φῶς κι᾿ αὐτὸ διαβατικά.”
Ο Καρυωτάκης έλκεται από την εντυπωσιακή της εμφάνιση, αλλά και την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της, ενώ η Πολυδούρη βλέπει στο πρόσωπο του ποιητή έναν ελεύθερο του αναστήματός της. Πράγματι, η Πολυδούρη τόλμησε αυτά που λίγες γυναίκες τολμούσαν να κάνουν εκείνη την εποχή. Έβγαινε με συναδέλφους της, πράγμα απαγορευμένο για τα ήθη της εποχής και τολμούσε να προτείνει όλα όσα έπρεπε ο Καρυωτάκης να προτείνει: Να  αγαπηθούν, να συνδεθούν, να φιληθούν, με αποκορύφωμα την πρόταση γάμου που έκανε στον ποιητή. Όλη, την τόλμη που λείπει εκείνου, τη διαθέτει αυτή και για τους δυό τους. Δεν διστάζει να παίρνει το μέρος του σθεναρά, όταν κάποιος του καταλογίζει εξευτελιστικά άτολμη συμπεριφορά στη σχέση τους, κραυγάζοντας, -σύμφωνα με τη Ζωγράφου-: “Εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Αν ήθελα ηρωισμούς, θα ερωτευόμουνα τον Ανδρούτσο!” Ποιος να φανταζόταν τότε, πως ο Καρυωτάκης θα αποκτούσε ένα τουλάχιστον κοινό σημείο με τον ήρωα Ανδρούτσο, τη σχέση με τη μοιραία  πόλη, την Πρέβεζα, όπου αργότερα θα έβαζε τέλος στη ζωή του;
Χαρακτηριστικά αναφέρει για την περίπτωση Καρυωτάκη, ο Βαρίκας: «Ο εγωκεντρισμός του τον απομακρύνει από τον έρωτα…. Ο Καρυωτάκης μαζί με όλη την γενιά του διακρίνεται ακριβώς από τον πιο αρρωστημένο σκεπτικισμό. Η αφηρημένη σκέψη, η προσπάθεια του υπολογισμού και των πιο ελαχίστων λεπτομερειών κάθε μας κίνησης, η έμμονη ιδέα του μάταιου κάθε προσπάθειάς μας, με την οποίαν πλησιάζει τα γεγονότα, δεν τον αφήνει ελεύθερο να χαρεί αυτή καθ’ αυτή την ενέργεια έξω και μακρυά από τα αποτελέσματα της… Ο σκεπτικισμός στένεψε απελπιστικά τον εσωτερικό του κόσμο. Αποξήρανε κάθε ζωϊκό χυμό του. Ανάμεσα στον εαυτό του και στον εξωτερικό κόσμο παρεμβαίνει πάντα το σκοτεινό φάσμα του σκεπτικισμού και της απαισιοδοξίας του που παραμορφώνει τις εικόνες του και εξαφανίζει τον πλούτο της ποικιλίας του.»                                                   
 Παρ’ όλα αυτά η θέρμη της σχέσης τους φαίνεται μέσα από τα κείμενα που έχουν σωθεί. Το Μάη του 1922 γράφει ο Καρυωτάκης «Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’ αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη; … Ένα «Τάκη!» ή ένα «πού είσαι;», καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει φτάνουν βαθιά στην καρδιά μου. Ήθελα πράγματι να είμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο … καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί πιο ελεύθεροι από τώρα… ”
 Αλλά και η Πολυδούρη στο ημερολόγιο της, το Μάη του 1922 εξομολογείται: «Τον αγαπώ, τον αγαπώ, καμμιά αμφιβολία πιά!… Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν’ αγαπήσω, όσο σου πρέπει;» Ενώ αργότερα σε ένα σπαρακτικό γράμμα τον καλούν να ζήσουν μαζί: «Έλα, Τάκη, να ζήσουμε μαζί… να ιδείς πόσο γλυκιά, πόσο ανακουφιστική θα ‘μαι σε σένα. Δεν είναι δύσκολο, μα καθόλου δύσκολο. Ξέρω όλα τα εμπόδια, όλες τις συνέπειες. Είμαστε φτωχοί και οι δυό, αλλά τι μ’ αυτό; μήπως τώρα που ήμαστε χωριστά δεν είμαστε φτωχοί και χωρίς καμιά ελπίδα να γίνουμε πλούσιοι; Δύο δωμάτια μας φτάνουν.» Όταν ο Καρυωτάκης θα αρνηθεί την πρόταση γάμου, επικαλούμενος τη σύφιλη, εκείνη δεν θα τον πιστέψει υποθέτοντας ότι ο καλός της δε θέλει να την παντρευτεί επειδή έχει αποκτήσει κακή φήμη με τον τρόπο ζωής που κάνει. Η πτώση του στα μάτια της είναι μοιραία και χωρίζουν Της προτείνει να συνεχίσουν την φιλία τους και την διαβεβαιώνει ότι δεν θα πάψει να την αγαπά. Αυτή όμως νοιώθει μειωμένη και ταπεινωμένη .  “Ανακαλύπτει πως δεν είναι μόνο αυτός που πιστεύει, αλλά και κάποιος άλλος που περιφρονεί”, ξεσπαθώνει η Λ. Ζωγράφου που δε χάνει ευκαιρία να εκδηλώνει το θαυμασμό της για την ομορφιά και το ελεύθερο, ασυμβίβαστο πνεύμα της Πολυδούρη, μειώνοντας πολλές φορές τον Καρυωτάκη, σαν να μη μπορούσε ούτε αυτή να του συγχωρέσει τη διακοπή της σχέσης. “Γι’ αυτόν, πρότυπα γυναίκας παραμένουν η μητέρα του και η αδερφή του, που σεβάστηκαν όλους τους κοινωνικούς και ιστορικούς νόμους. ….είναι σύμφωνος ακόμη με τον πατέρα του, που θεωρεί τη Μαρία απαράδεχτη….Γι’ αυτούς, τα μέλη της οικογένειας (του Καρυωτάκη), η Μαρία και ο έρωτας των δυο νέων δεν υπήρχαν.”

Γυναικείο κίνημα- οι πρώτες σουφραζέτες στην Ελλάδα

Οι γυναίκες ξεσηκώνονται, τολμούν να διεκδικούν. Διεκδικούν ίσες συνθήκες και δικαιώματα εργασίας και αμοιβής με τους άντρες, εφόσον έχουν βγει στην παραγωγή,  και ακόμη ζητούν δικαίωμα ψήφου. Βέβαια την εποχή του Μεσοπολέμου η γυναικεία ψήφος έμοιαζε με όνειρο, ακόμη και στις τολμηρότερες γυναίκες, ενώ στους άντρες έμοιαζε με ανέκδοτο δίνοντάς τους τροφή για περιπαιχτικά σχόλια. Όσο ο  τύπος ειρωνεύεται τις γυναικείες διεκδικήσεις, τόσο πεισματώνουν τα φωτισμένα γυναικεία μυαλά. – οι πρώτες φεμινίστριες- όπως η Αύρα Θεοδωροπούλου, η Καλλιρόη Παρέν, η Μαρία Νεγρεπόντη που προσπαθούν με κάθε τρόπο να οργανώσουν το γυναικείο κίνημα αφυπνίζοντας τις ελληνίδες. Από το 1903 ιδρύεται ήδη στη Βρετανία η πρώτη γυναικεία οργάνωση διεκδικήσεων, η «Women’s Social and Political Union», που υιοθετεί την πάλη. Γυναίκες ξεχύνονται στους δρόμους, διαδηλώσεις ταράζουν την καθημερινή ζωή του Λονδίνου, ενώ πολλές συλλαμβάνονται. Ο ανδρικός πληθυσμός ονόμασε τις γυναίκες αυτές υποτιμητικά σουφραζέτες και είναι εκείνες που όχι μόνο θα ταράξουν τα ήσυχα νερά του ανδρικού κατεστημένου, αλλά θα ξεσηκώσουν και το γυναικείο πληθυσμό όλων των υπολοίπων χωρών, που η μία μετά την άλλη αρχίζουν να αποκτούν το πολυπόθητο δικαίωμα. Στη χώρα μας, όπου – αν εξαιρέσει κανείς την ανώτερη αστική τάξη – η γυναίκα ως επί το πλείστον ήταν αγράμματη και εξαρτημένη από τον άνδρα και  δεν είχε καμία οικονομική αυτοτέλεια που θα της επέτρεπε να τεθεί επικεφαλής της ζωής της, το γυναικείο κίνημα είχε να παλέψει με αντιλήψεις πολύ βαθιά ριζωμένες στη νοοτροπία του κόσμου. Παρ’ όλα αυτά, στις 8 Μαρτίου του 1887 κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο της «Εφημερίδος των Κυριών» από την πρώτη ελληνίδα φεμινίστρια την Καλιρρόη Σιγανού Παρρέν, (πρώτη φωτο) που ταυτόχρονα υπήρξε και η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος. Θα πέράσουν καιρός μέχρι να γίνει το πρώτο βήμα το 1930, επί κυβερνήσεως Βενιζέλου,  που αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ψήφου στις ελληνίδες με πολύ περιοριστικούς όμως όρους, ενώ αρκετά ακόμη χρόνια για να κατοχυρωθεί επιτέλους το δικαίωμα ψήφου των γυναικών με το Σύνταγμα του 1952.

Άλλωστε και ο Καρυωτάκης στη σατιρική του επιθεώρηση ‘Πελ Μελ’, στρέφεται με χιουμοριστική ματιά προς την κοινωνική διάθεση, τα βάσανα των ενοικιαστών, την ταλαίπωρη ζωή των γκαρσονιών, τη ρητορική ηθικολογία των δασκάλων, αλλά και τους αγώνες των φεμινιστριών για ισότητα:

“Τον κόσμον αψηφάμε, / κόρτε δεν ξέρουμε τι είναι,
για μας δεν έχει ο έρως τόξα./ να κατορθώσουμε μονάχα
θητεία και ψήφο να χαρούμε, /άλλη δε θέλουμε πια δόξα”

“ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ” στην ποίηση και στη ζωή

Από το το 1919-1924, ο Καρυωτάκης γράφει και δημοσιεύει σε περιοδικά κι εφημερίδες άλλα δεκατέσσερα ποιήματα, τρια πεζά, που μαζί με την επιθεώρησή του σε στίχους, τα συγκεντρώνει ο καθηγητής Γιώργος Σαββίδης στον Β΄τόμο των Απάντων του με το γενικό τίτλο “Παραλειπόμενα”, όπως αναφέραμε στην αρχή. “Τα κείμενα αυτά”, παρατηρεί, “συμπληρώνουν την εικόνα του λογοτέχνη και του ανθρώπου την οποία μας δίνουν οι δυο πρώτες συλλογές του… και μέρος από τα ποιήματά του περιέχονται στο “Ελεγεία και Σάτιρες” (1927).

Το εφήμερο της ζωής, το αίσθημα της ματαιότητας, ο τραυματισμένος έρωτας και ο θάνατος κυριαρχούν κι εδώ στα ποιήματα:
“Στον τεφρό πέρα ορίζοντα η αγάπη μου αχνοσβήνει.
Οι φίλοι αποτραβήχτηκαν, για πάντα, οι τελευταίοι.
Σ’ όλα έκλεισα την πόρτα μου, κι έρημος έχω μείνει
τώρα που ακούω το θάνατο στις φλέβες μου να ρέει.”

Το 1923  ο Καρυωτάκης άρχισε να γράφει την Ωχρά Σπειροχαίτη, που πρωτοδημοσιεύτηκε την ίδια χρονιά με τίτλο “Τραγούδι παραφροσύνης”. Παραιτείται, όπως είδαμε πιο πάνω, από το υπουργείο Εσωτερικών και διορίζεται εισηγητής στο υπουργείο Πρόνοιας στην Αθήνα. Μια χειμωνιάτικη βραδιά σε μια από τις ελάχιστες πια επισκέψεις του στο σπίτι της Πολυδούρη, της δίνει το χειρόγραφο με το ποίημα “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ”. Το ποίημα συγκλονίζει την Πολυδούρη. Την άνοιξη, η Μαρία προσβάλλεται από αδενοπάθεια και εγκαθίσταται για λίγο σε ένα μικρό σπίτι στο Μαρούσι. Εκεί ο Καρυωτάκης την επισκέπτεται συχνά και τη συντροφεύει ως αργά. Οι συζητήσεις αφορούν τα πάντα εκτός από τον έρωτά τους. Σε εκείνη εξάλλου ήταν αφιερωμένο και το ποίημά του “Ένα σπιτάκι”:

“Ένα σπιτάκι, απόμερο, στο δείλι, στον ελαιώνα,
μια καμαρούλα φτωχική, μια βαθιά πολυθρόνα,
μια κόρη που στοχαστικά τον ουρανό κοιτάει,
ω, μια ζωή που χάνεται και πάει!”

Η Πολυδούρη γίνεται έξω φρενών, όταν της το ‘στειλε στο Μαρούσι. Ένα κύμα ζωντάνιας, που είχε ναρκωθεί εξ’ αιτίας της θλίψης της, μια δίψα για τη ζωή και μια πίστη για ένα αύριο πιο ανθρώπινο, τινάζονται εκρηκτικά από την τρομερή προφητεία. Του στέλνει ένα γράμμα χωρίς έλεος, παρακαλώντας τον να κρατήσει για λογαριασμό του όλες αυτές τις πεισιθάνατες διαθέσεις, γιατί η ίδια αισθάνεται γερή και γήινη όσο ποτέ. Το πιο αποτελεσματικό, πράγματι, φάρμακο για μια περήφανη ψυχή, που έχει χάσει το κουράγιο της, είναι ο οίκτος. Έτσι συνέρχεται, προσπαθεί να γίνει γρήγορα καλά. Αρχίζει να βγαίνει και πάλι. Είναι πολύ νέα – μόλις εικοσιενός χρόνων- και παρόλη την αγάπη της για κείνον, θα νιώσει πως την έχει κουράσει η περίοδος που ‘ζησε μαζί του, η μονοτονία της μελαγχολίας του, η απόλυτη απομόνωσή τους από συντροφιές, η στέρηση κάθε ψυχαγωγίας.

Την ίδια περίοδο, θρονιάζεται μέσα της η ιδέα του θανάτου, αντιμαχόμενη μια ακατασίγαστη δίψα ζωής και θα γράψει ποιήματα τόσο διαφορετικά, όπως το πολύ γνωστό “Σαν πεθάνω”:

“Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική του Απρίλη,
όταν αντικρύ θανοίγη μεσ’ στη γάστρα μου δειλά
ένα ρόδο –  μια ζωούλα. Και θα μου κλειστούν τα χείλη
και θα μου κλειστούν τα μάτια μοναχά τους σιωπηλά.”

Ο Καρυωτάκης δεν θα πιστέψει απόλυτα στο θαύμα αυτής της αναγέννησης και της προκλητικής ζωτικότητας της Μαρίας. Ο τρόπος όμως της ζωής της, θα την απομακρύνει από κοντά του. Την περίοδο αυτή, η Πολυδούρη χάνει και τη θέση της στη Νομαρχία λόγω των συχνών απουσιών της, θεωρείται αργόσχολη. Παραδίδει μαθήματα Γαλλικών που όμως αποδίδουν ελάχιστα. Ταυτόχρονα φοιτά στη Δραματική Σχολή. Παρά το ότι δεν δίνει υποσχέσεις για υποκριτικό ταλέντο, ο Φώτος Πολίτης την ξεχωρίζει, δεν θα μπορούσε ποτέ να περάσει απαρατήρητη, εξάλλου. Μα κι αυτό το εγκαταλείπει η Μαρία.

Αρχές του 1924, μας ενημερώνει η Βάσω Τοκατλίδου, το όνομα του Καρυωτάκη συμπεριλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που υπογράφουν μια δήλωση για την έκδοση του ά τεύχους του μηνιαίου λογοτεχνικού δελτίου ‘Εμείς’. Από τότε για ένα διάστημα η ποιητική του δραστηριότητα σταματά. Τα επόμενα δυόμισυ χρόνια δε δημοσιεύει τίποτε. Ο Καρυωτάκης ταξιδεύει στη Γερμανία,  Ιταλία και Ρουμανία, ξαναρχίζει τα γερμανικά και φαίνεται ότι διαβάζει. Είναι βέβαιο ότι έχει ανακαλύψει τους “fantaisistes”, μαθητές του Βιγιόν, του “πρίγκηπα των καταραμένων ποιητών … που γελούσε κλαίγοντας”, όπως λέει ο Καρκό: “Αν γελάει (ο ποιητής), το κάνει προσποιητά, το κάνει για να μην τραβήξει την προσοχή των μωρών και για να τρέξει έπειτα να κλάψει μόνος σε μια γωνιά”. Η συνάντηση του ποιητή με τους “fantaisistes” δεν είναι άσχετη με την απροσδόκητη μεταστροφή της στάσης του στην τελευταία του συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”.
Απογοητευμένη από τη συμπεριφορά του Καρυωτάκη, δέχεται την πρόταση ενός από τους θαυμαστές που την τριγύριζαν, του νεαρού κι όμορφου δικηγόρου Αριστοτέλη Γεωργίου, ο οποίος μόλις έχει επιστρέψει από σπουδές στην Ευρώπη και αρραβωνιάζεται μαζί του (1924). Ο θαυμασμός  και η αγάπη του απαλαίνουν την απογοήτευση και τον πληγωμένο της εγωισμό. Τον ερωτεύεται κι εκείνη ή έτσι τουλάχιστον νομίζει. Με τον καιρό, το μυαλό της ξεθολώνει και συνειδητοποιεί πως αγαπά μεν τον αρραβωνιαστικό της, αλλά δεν αισθάνεται κείνο το υπέροχο, το αναπανάληπτο που την ένωσε με τον Καρυωτάκη.

Τότε, στην περίοδο των μεγάλων αμφιβολιών και αμφιταλαντεύσεων, βεβαιώνεται πως η αρρώστια του ποιητή δεν ήταν παραμύθι, όπως είχε φανταστεί όταν της το εξομολογήθηκε. Φίλοι την βεβαιώνουν πως ο Καρυωτάκης ήταν από τους τακτικούς πελάτες του καθηγητή Φωτεινού. Αισθάνεται πλημμυρισμένη από μεταμέλεια και συγνώμη  που τον αδίκησε, θα ελπίσει πως ζει κι αυτός στις ίδιες διακυμάνσεις και θ’ αρχίσει να γράφει συνέχεια:

“Δυο χρόνια που οι καρδιές μας χωρισμένες/ απόνα μυστικό ξεχωριστό
κρατούνε. Νάχης τάχα ξεχασμένες/ τις μέρες  της αγάπης μας; πιστό
νάναι σε μένα το αίσθήμά σου εκείνο;”

Ο Καρυωτάκης όμως δεν περίμενε, ούτε μπόρεσε να συγχωρέσει τον αρραβώνα της. Δεν ανταλλάσσανε πια ούτε χαιρετισμό. Εκείνη συνέχισε την επιδεικτικά αδιάφορη ζωή της, ομολογώντας πως στην προσπάθειά της να ξεχάσει σπαταλήθηκε άσκοπα:

“Aχ! Πώς μπερδεύτηκα η κουτή χωρίς φιλοδοξία,
μ’ αυτά τα λίγα, μ’ έδεσε η χαρά τους προδοσία
και μοναχά κατάλαβα τι μούλειψε στ’ αλήθεια,
όταν τον είδα επίσημα να φεύγη με τα πλήθια
των δώρων του, πιστότατην ακολουθία.”

Η θλίψη και το πάθος της, τώρα που η απώλεια του έρωτα την πονάει τόσο, θα της εμπνεύσουν μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια πού ‘χουν γραφτεί. Ασύγκριτος κι αναντικατάστατος θα μείνει ο Καρυωτάκης για τη Μαρία. Κι ο έρωτάς τους η μοναδική διακαίωση της ζωής της, όπως λέει στο:

“Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες στα περασμένα χρόνια”

Ώσπου, νιώθοντας ρημαγμένη χωρίς τη συμφιλίωσή της με τον ποιητή, ένα πρωί φεύγει για το Παρίσι (1926). Από εκεί γράφει στον Αριστοτέλη Γεωργίου ότι χωρίζουν και παίρνει δίπλωμα ραπτικής. Εργάζεται, μάλλον, σαν μοδίστρα για να επιβιώσει, αφού το μερτικό από την πατρική κληρονομιά που παίρνει φεύγοντας, είναι ελάχιστο και θα εξανεμιστεί γρήγορα. Το Παρίσι θα το αγαπήσει, είναι άγνωστη κι ανενόχλητη εκεί, μα μοιάζει σαν να πλανιέται παντού μετέωρη, με την τυραννική αίσθηση μια πραγματικότητας που δεν τη γαληνεύει:

“Και θα θελήσουν να ξεχάσω, πόση/ καινούρια νιότη συ μούχες χαρίσει,
πως τη μοίρα μου ακόμη έχω ανταμώσει/ γυρίζοντας στους δρόμους σου Παρίσι.”

Η μοίρα που την αντάμωσε όμως, ήταν η φυματίωση. Λες και την αγκάλιασε, τη ρούφηξε μόνη της τη μοίρα της κταστροφής. Οι πνεύμονές της θα προσβληθούν και θα νοσηλευτεί για λίγο στο νοσοκομείο Charite. (1927).

Στις αρχές του ’28, θα γυρίσει στην Ελλάδα “καραβοτσακισμένη και απένταρη”. Μόνη διέξοδος, να νοσηλευτεί στη Σωτηρία. Εκεί τουλάχιστον θα εξασφαλίσει στέγη και τροφή.

ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ  –  Γνωριμία με τον Τ. Άγρα

Εν τω μεταξύ ο Καρυωτάκης αρχίζει να μελετά πάλι τη γερμανική γλώσσα και συνεχίζει να γράφει. Ταξιδεύει στη Ρουμανία και σκέφτεται να εγκατασταθεί μόνιμα στο Παρίσι. Το 1927 κυκλοφορεί η κορυφαία του ποιητική συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”, για την οποία ο Τ. Άγρας σημειώνει:
 “Κι έξαφνα στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή, ‘Ελεγεία και Σάτιρες’, μας εξεπέρασεν όλους, αμέσως κι εξακολουθητικά. Έγινεν αμέσως maitre. Απέκτησε καλούς μαθητάς και κακούς μιμητάς. Κι είναι, πραγματικώς, σχεδόν αδύνατο, ποιήματά των νεοτέρων του να μην έχουν από τότε, ζωηρήν ή ισχνή την επίδρασή του.” Δεν παραλείπει βέβαια στο δημοσίευμά του “Ο Καρυωτάκης και οι “Σάτιρες”, να  μας μιλήσει για την προσωπική του γνωριμία με τον ποιητή προσθέτοντας μερικές ακόμη πινελιές στο πορτρέτο του Καρυωτάκη:
“Τον εγνώρισα τελικώς και προσωπικά. Τον εγνώρισα σ΄’ενα λαμπρό- τουλάχιστον τότε- και, υπηρεσιακώς, σχεδόν ανεξάρτητο Παράρτημα του Υπουργείου Προνοίας, στην οδό Κοραή, μέσα σ’ ευρύχωρο κι αξιοπρεπέστατο γραφείο, με χαλιά, με καλοριγφέρ, με καινούρια έπιπλα, με πέτσινες πολυθρόνες- κι εκείνος μόλις είχε γυρίσει από την Ευρώπη, άψογα ντυμένος- όπως πάντα άλλωστε- υπάλληλος με πολύ καλή θέση, πρόθυμος και περιποιητικός, τουλάχιστον στο φαινόμενο, ομιλητικός και συνετός. Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση. Τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά, σχεδόν τίποτε επάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις  λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες, ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική- και απλή. Το γέλοιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή χαμογελούσε συχνά, μα -παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πει κανείς, μόνο με το μισό πρόσωπο. Τ’ άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα νάκανε αμαρτία.”
Η σημαντικότερη συλλογή του Καρυωτάκη, “Ελεγεία και Σάτιρες”, περιέχει 71 ποιήματα που γράφτηκαν από το 1922 ως το 1927( με εξάιρεση το “Μιχαλιό” και την “Ηρωική Τριλογία”, που γράφτηκαν το 1920). Όσα έχει θρηνήσει θα γίνουν αντικείμενο σαρκασμού. Η στάση του ποιητή, μέσα σ’ αυτή τη συλλογή, διαφοροποιείται διαδοχικά: θρήνος για το χαμένο όνειρο, επιθυμία θανάτου και μακάβρια προσπάθεια συμφιλίωσης με την ιδέα του, αποδοχή του αναπότρεπτου, αυτοσαρκασμός. Αυτές οι φάσεις παρακολουθούν την “αρχιτεκτονική” της συλλογής, για την οποία η φροντίδα του ποιητή είναι φανερή: “Ελεγεία- πρώτη σειρά”, “Ελεγεία- δεύτερη σειρά”, “Ηρωική Τριλογία”, “Σάτιρες”. Φαίνεται, επίσης, να παρακολουθούν, χρονολογικά, την ίδια τη στάση του ποιητή, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την κυκλοφορία της προηγούμενης συλλογής ως τη στιγμή που τυπώνονται τα “Ελεγεία και Σάτιρες”. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε μια απόλυτη ταύτιση της ποιητικής του έργου και της ζωής του ποιητή, που η συνέπειά της θα φτάσει ως την αυτοκτονία.
 Τα χρόνια αυτά, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σημαδεύονται βαθιά απ’ την τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής (1922) κι από τις συνέπειές της: την προσφυγιά που πλημμύρισε μια χώρα εξαντλημένη από ένα δεκάχρονο αγώνα, την οικονομική κρίση και τη συνακόλουθη ανεργία, την πολιτική αναταραχή που προκάλεσε η αναζήτηση των υπευθύνων της ήττας, την αναπόδραστη ηθική φθορά και το ιδεολογικό κενό που δημιουργήθηκε ύστερ’ από την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας”. Τη συλλογή αυτή, μας πληφορεί ο Σακελλαριάδης, ο Καρυωτάκης έλεγε από το 1923 να την εκδώσει, χωρίς τίτλο, με μια νεκροκεφαλή στο ξώφυλλο και δυο κόκκαλα χιαστί κάτω απ’ αυτή και με την ακόλουθη λεζάντα:

“Mε το Μηδέν και το Άπειρο
να συμφιλιωθούμε”
Εσχεδίασε μάλιστα ο ίδιος το σχέδιο. “Αξίζει να παρατηρηθεί”, γράφει ο καθηγητής Γ. Σαββίδης, σχολιάζοντας το σχέδιο, “πως η νεκροκεφαλή εγγράφεται στο σήμα του μηδενικού, ενώ τα κόκκαλα συμπίπτουν με το αλγεβρικό σημείο του απείρου”. Με το σχέδιο αυτό ο Καρυωτάκης δήλωνε το κυρίαρχο αίσθημα που διαποτίζει τη συλλογή του βαραίνοντας περισσότερο στα “Ελεγεία”, η αγωνία του θανάτου δηλαδή, μια αγωνία υπαρξιακή, θρεμμένη τόσο από το αίσθημα του φυσικού όσο και του κοινωνικού θανάτου. Μοναδική ελπίδα αθανασίας, βλέπει στην υστεροφημία της τέχνης:
“To θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση” “…το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ήλιου” “…Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι”. (“Υστεροφημία”)
Το θάνατο βλέπει στη στασιμότητα των πραγμάτων: “Όλα τα πράγματά μου έμειναν όπως/ νά ‘χω πεθάνει πριν από καρούς”, (“Όλα τα πράγματά μου έμειναν…”), ενώ ο θάνατος είναι το πρόωρο τέρμα της απογοητευμένης και χωρίς νόημα γενιάς του: “Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος/ του κόσμου, δώθε απ’ τ’ όνειρο και κείθε από τη γη!”,(‘Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…)    Το θάνατο, ή τη γαλήνη του θανάτου νοσταλγεί ο κάθε ναυαγός της ζωής: “Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί την άπειρη γαλήνη!/ ταράζει και η ανάσα σου τα μαύρα της Στυγός”, (“Φύγε, η καρδιά μου νοσταλγεί…). Το θάνατο συνιστούν οι περασμένες αγάπες που ξανάρχονται στη μνήμη: “Θά ‘ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου/ θα καθήσουν βαθιά λυπημένες” (“Οι αγάπες”). Ο θάνατος, ακόμη, είναι η σκιά που τον ακολουθεί όπου κι αν βρίσκεται (“Μια σκιά”):
“Καθώς βαδίζω, μια σκια μ’ ακολουθάει από πάνω
σαν βαρύ νέφος ή φτερό δυσοίωνου πουλιού.
Είναι μαζί μου όπου  να πάω, μαζί μου ό,τι να κάνω,
και δεν αφήνει ούτε να δω τον ήλιο του Θεού”
Μ’ ένα σαρκαστικό κλαυσίγελο, που σημαδεύει από δω και πέρα τη συλλογή του, περιγράφει τον ίδιο του το θάνατο: “Τότε λοιπόν αδέσποτο θ΄αφήσω/ να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου.
Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου/ το σφύριγμα θα του κρατούν το ίσο”. (“Δικαίωσις”)
Έτσι, ο Καρυωτάκης θα καταλήξει αναπόδραστα στη βαριά αίσθηση της ματαιότητας της ζωής: ‘ “Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή, ω φύση,/ θάρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου”… (“Επιστροφή”), στη ματαιότητα  των ιδανικών και των ονείρων και θα γελάσει σαρκαστικά:
 “ Κι αφού πια τότε θά ‘ ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις
ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,
θ’ ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,
κι όλη τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις” (“Την ώρα αυτή”).
Δεν λησμονεί ακόμη να κάνει και την αυτοκριτική του για την απόλυτα απαισιόδοξη ποίηση:
“Δεν είναι πια τραγούδι αυτό, δεν είναι αχός/ ανθρώπινος. Ακούγεται να φτάνει
σαν τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός, /κάποιου πόχει πεθάνει” (‘Κριτική”).
Μια από τις αιτίες της νοσηρής διάθεσης του ποιητή, είναι και η θανατερή μονοτονία και η αλλοτρίωση της μισθωτής εργασίας, ιδιαίτερα μάλιστα μέσα στις ιδιόμορφες συνθήκες μιας υποανάπτυκτης αστικής κοινωνίας (“Μίσθια δουλειά”):
“Μίσθια δουλειά, σωροί χαρτιών, έγνοιες μικρές, και λύπες
άθλιες, με περιμένανε σήμερα καθώς πάντα”, ενώ πηγαίνοντας από το ‘εγώ’ στους ‘άλλους’:
“Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελειώνουν/ σαν στήλες δυο- δυο μες στα γραφεία.
 Ηλεκτρολόγοι θά’ ναι η Πολιτεία / κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν” (“Δημόσιοι Υπάλληλοι”).  Άλλη μια πραγματικότητα  είναι η σωματική κούραση:
“Tόσο πολύ τα σώματα κουράστηκαν, /που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δυο.” (“Ήλύσια”)…και η εσωτερική διάλυση και η ψυχική νέκρωση που διακρίνει και τους ομότεχνούς του, τους ποιητές: “Eίμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες” (“Είμαστε κάτι…) ή αλλού: “Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός,/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία” κι όσο για την κοινωνική προέλευση, την αιτία, αυτής της διάλυσης: “Επέσαμε θύματα εξιλαστήρια/του ‘περιβάλλοντος’, της ‘εποχής’” (“’Ολοι μαζί…”).
   Άλλη θλιβερή πραγματικότητα  είναι η αρπαχτική φύση, η ψευτιά και η υποκρισία των ανθρώπων που ζουν στη ζούγκλα της αστικής κοινωνίας:
 “Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,/ μπορούνε με χίλιους τρόπους
ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής, /όταν ακούσεις ανθρώπους.” (“Υποθήκαι”)
 Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία ανθρώπων, η αρετή προδίδεται, οι ανάξιοι κυριαρχούν και το χρήμα αγοράζει τα πάντα: “Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι. Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος”.
Με οργή φωνάζει στριγκά στην ησυχία τη φρικτή λέξη: “Δυστυχία”, που αν και είναι διάχυτη στη φύση, στον ουρανό, στα σπίτια, στα ζώα, οι μόνοι που δεν το αντιλαμβάνονται…“Οι άνθρωποι δεν ακούνε;” (“Δυστυχία”).
  Και οι γυναίκες, με την άγνοια και την πρόκληση που άλλο δεν έχουν στο μυαλό (δε μιλάει φυσικά για όλες) παρά ό,τι ευφραίνει τις αισθήσεις και ομορφαίνει την εμφάνιση προς ‘άγραν’ συζύγου, είναι να τις φθονεί κανείς -ειδικά ο ποιητής- γιατί αν και “ανυποψίαστα, μηδενικά” πλάσματα, ίδιες άκαμπτες, απροβλημάτιστες βαθιά κούκλες, είναι ειδικά γι’ αυτό το λόγο, προνομιούχα, προνόμιο που εκείνος στερείται:
“Ω, να μπορούσε έτσι κανείς να θάλλει/ μέγα ρόδο κάποιας ώρας χρυσής,
ή να βυθομετρούσατε και σεις/ με μια φουρκέτα τ’ άδειο σας κεφάλι!” (“Αποστροφή”)
Με κάποια από αυτά τα πλάσματα, οι άνδρες ζουν τον αγορασμένο έρωτα και κολλάνε σύφιλη: “….κι ήταν  ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν” (“ Ωχρά σπειροχαίτη”).
Το “πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά” μπορεί να το έχει ναυλώσει η ανθρώπινη κοινωνία για να απλλαγεί από τους ανεπιθύμητους, ενοχλητικούς ποιητές, μπορεί όμως και να είναι η ίδια τους η ποίηση, που απορρίπτεαι πια τα όνειρα και αποτελεί ένα ταξίδι στο άγνωστο, χωρίς επιστροφή:
“Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά τα φώτα” (“Τελευταίο ταξίδι”), που οδηγεί τελικά στο “έρμο” νησί, τον τελευταίο σταθμό του ποιητικού ταξιδιού και “ρωτιόμαστε τι νά ΄χω, / που σβήνουμε όλοι, φεύγουμε έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!”. Η αιτία της αρρώστιας και της θανατικής καταδίκης εντοπίζεται στην ποιητική πορεία που έχουν επιλέξει οι νέοι αυτοί στον άχαρο, απελπισμένο δρόμο, τον οποίο εξακολουθούν να διανύουν:
“ Με βήμα τσακισμένο/ τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός”, ενώ “πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου/ εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία” και αναρωτιέται ο ποιητής:
 “Ποιά θέληση θεού μας κυβερνάει, /ποια μοίρα τραγική κρατάει το νήμα”, κάνοντας τους ανθρώπους λίγο να σκύβουν πάνω τους “με φόβο, με απορία”, κι έπειτα να φεύγουν στους αγώνες τους με την αίσθηση ενός απροσδιόριστου κινδύνου.
Α! σίγουρα “Είναι κάτι φρικτές ανταποδόσεις/ είναι στον ουρανό μια σιδερένια, /μια μεγάλη πυγμή, που δε συντρίβει,/ μα τιμωρεί, κι αδιάκοπα πιέζει”, (“ Ποιά θέληση Θεού”), ενώ, και οι άνθρωποι είναι πηγή του κακού“Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό, /του δίνουν όψη ν’ αρέσει”, γι’ αυτό ένα τρόπο προτείνει όταν “ακούσεις ποδοβολητά λύκων”: “Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής” ή “Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά/ και κράτησε την πνοή σου”. (“Υποθήκαι), πάντως κάτι που να μη αποτελεί επίθεση και σωματική απειλή και βλάβη των συνανθρώπων του, κι ας τους σατιρίζει με καυστικότητα και πικρία που κρύβουν το λυγμό του, γεγονός που κάνει την κατηγορία των αρνητών του περί “μισανθρωπίας” να μην ευσταθεί.
 Ακόμη, “Σαν “ από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό ανδρείκελα”, να είμαστε, επιμένει ο ποιητής, “ω! Κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…” (“Ανδρείκελα”)    
 Τι κι αν “ η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα, / με θάνατο, καθημερνό θάνατο και χολή…” φέρνει. Μαζί με τα δέντρα πάει κι εκείνος “αύριο, μεθαύριο, σύντροφο θα μ’ έχετε και φίλο” (“Δέντρα μου”).  Σαν “ άλογα μαύρα…πετούνε οι σκέψεις τώρα, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου”. Και με συντριβή φωνάζει: “είμαι ένας κλόουν τραγικός, που οι άνθρωποι θα δούνε να παίζει, να συντρίβεται…” (“άλογα μαύρα”).
Μόνο στους τάφους βλέπει: “πόση ησυχία δω πέρα βασιλεύει!/ οι τάφοι λες και χαμογελούνε” (“Τάφοι”). Ξέρει πια πως: “Ζοφερή νύχτα, ξέρω πλησιάζεις. Με ζητούνε τα νύχια σου…Το πάθος όχι, το ίδαλμά του μόνον/ ή τη γαλήνη, θέλω ν’ αντικρύσω/ μια φορά. Κι ύστερα πάρε με πίσω/ και καλά τύλιξέ με, ω Νύχτα αιώνων!” (“Επίκλησις) .
 Εκείνος, δεν θα είναι ένας από τους  ‘ιδανικούς αυτόχειρες’, που “βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα, ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,” και τελικά “όλα τελείωσαν”, ψιθυρίζουν “τώρα”,/ πως θ΄ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος”. (“ Ιδανικοί αυτόχειρες”) . Εκείνος θα κάνει πράξη την αυτοχειρία και θα δικαιωθεί με την αξιοπιστία, την αλήθεια των λόγων του, ταυτίζοντας ζωή και ποίηση. Ναι, έρχεται  στο τέλος η “Δικαίωσις”, κι αφού  ξαπλώσει, κλείσει τα μάτια έχοντας πια αφήσει αδέσποτο  το Τραγούδι  απάνωθέ του, ο ίδιος θα γελά όπως ποτέ μέχρι τώρα λέγοντας στον τελευταίο διαβάτη που θ’ αντικρύσει: “Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου”.
 Η εμφάνιση του θανάτου και του περάσματος στον κόσμο του απείρου και της απεραντοσύνης  θα γίνει απόλυτη  βεβαιότητα που θα την κραυγάσει ο ποιητής στα τελευταία του ποιήματα και πεζά που θα γράψει  τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και ειδικά στο τρίτο του ποίημα- το κύκνειο άσμα του-  στην “Πρέβεζα”.
“Ο ποιητής- εκφραστής των συνανθρώπων του, μετατρέπεται σταδιακά σε εχθρό των άλλων, σε ένα αποδιοπομπαίο ον, του οποίου η μόνη κοινωνική λειτουργία είναι η κωμικοτραγική παράσταση του κλόουν. Χάνοντας σε εμβέλεια, η ποίηση κερδίζει σε εκρηκτικότητα. Από έκφραση πόνου του ανθρώπου και των πραμάτων μετατρέπεται στην πορεία σε τιμωρό μοίρα του ποιητή. Η σχέση του ποιητή με την ποίησή του αντιστρέφεται στην πορεία, καθώς το δημιούργημα καθορίζει όλο και πιο απογασιστικά την ύπαρξη του δημιουργού του” (Έλλη Φιλοκύπρου, 2006 ).

Καρυωτάκης: O κοινωνικός,  πολιτικός, συνδικαλιστής, κριτικός και σατιρικός ποιητής

“Με ποια έννοια μιλώ για κριτικό λόγο”, αναρωτιέται ο Αλέξανδρος Αργυρίου, στο Συμπόσιο για τον Καρυωτάκη που έγινε στην Πρέβεζα το 1986, “ενός ποιητή που δεν έχει καθαυτό κριτικό έργο; Ή μάλλον το κριτικό του έργο περιορίζεται σε όσα έβαλε στα “Παραλειπόμενα” ο καθηγητής Γ..Π.Σαββίδης: ένα σημείωμα για τον Ιωσήφ Ραφτόπουλο, ένα για την παράσταση του Προμηθέως Δεσμώτου, στους Δελφούς, μια απάντηση στην κριτική που του έκανε ο Βασίλης Ρώτας. Και θέλω να προσθέσω ακόμα μια επιστολή στον πέτρο Χάρη για την τελευταία “Νύχτα της Γης” του, που βρίσκουμε στο Σχεδίασμα Χρονολογίας του Κ. Γ. Καρυωτάκη των Γ. Π. Σαββίδη και Ν.Μ. Χατζηδάκη. Τα ολίγα ετούτα σημειώματα είναι μάλλον αντιδράσεις παρά ουσιαστικά κριτικά σχόλια”. Και συνεχίζει, συγκρίνοντας το έργο του Καρυωτάκη με άλλων, λίγο νεότερών του (Τ. Άγρας, Ι.Ν. Παναγιωτόπουλος, Μήτσος Παπανικολάου), που παράλληλα με το ποιητικό τους έργο παρουσιάζουν και αρκετό κριτικό έργο, δείχνοντας τη διαφορά. Συμφωνεί εν τέλει, με τον Τέλλο Άγρα, που υποστήριζε πως ο Καρυωτάκης, “δεν έγραφε παρά μόνο ποιήματα, δε διάβαζε παρά μόνο ποιήματα”, καταλήγοντας πως “αν δεν έχει κριτικό έργο ο Καρυωτάκης δεν σημαίνει πως δεν έχει και κριτικό στοχασμό, που να του μόρφωσε μια αισθητική αντίληψη”, ενώ υποστηρίζει μετά βεβαιότητος πως “ο ποιητικός λόγος του Καρυωτάκη, στην ώριμη φάση του, δεν είναι ‘αθώος’”.    “Ο οξυδερκέστατος Άγρας”, τονίζει ο Γ. Σαββίδης “είχε επισημάνει την ύπαρξη τουλάχιστον τεσσάρων θεματικών κύκλων στον “νεοαστικό ρεαλισμό” του σατιρικού Καρυωτάκη”: α) Γραφειοκρατικός ρεαλισμός, β) Φιλολογικός ρεαλισμός, γ) Μισανθρωπία και μισογυνισμός και δ) Πολιτική σάτιρα, ενώ ο κριτικός του στοχασμός γενικότερα δεν αμφισβητείται πια ούτε από τους αρνητές του. Πρώτος ο Τέλλος Άγρας επισήμανε τον κύκλο των πολιτικών ποιημάτων του Καρυωτάκη, όμως ευκαιριακά ή συστηματικότερα μίλησαν κι άλλοι νεότεροι κριτικοί. Ο Τίτος Πατρίκιος, μάλιστα, θεώρησε τον Καρυωτάκη ως τον πρώτο νεοέλληνα ποιητή, “που εισάγει άμεσα την πολιτική, ακόμα και τη διεθνή, στη νεότερη ποίηση”. Αυτή η πολιτική διάσταση του έργου του Καρυωτάκη αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πτυχή της προσωπικότητάς του , όχι μόνο γιατί ένα άτομο τόσο μοναχικό, όπως το παρουσιάζουν οι βιογράφοι του, πραγματεύεται τόσο ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, αλλά και για την έντονη δραστηριότητα που ανέπτυξε στον κοινωνικό και γενικότερο πολιτισμικό τομέα. Παρουσιάζουμε εδώ κείμενά του, που πιστεύουμε πως είναι εύκολο να ανιχνευθούν τέτοια στοιχεία κριτικού και σατιρικού λόγου του ποιητή, που ανήκουν  στους τέσσερις κύκλους.

Ειδικά  τα τέσσερα πρώτα, εύκολα  εντάσσονται σ’ αυτό που λέμε  πολιτική σάτιρα:

1. “O Mιχαλιός”
Είναι το ποίημα, που παρόλο που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε – με τον τίτλο “Ο στρατός”- τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς με την κυκλοφορία της πρώτης συλλογής του Καρυωτάκη, δεν βρήκε θέση ούτε στα “Νηπενθή” του, αλλά καταχωρήθηκε τελικά στην τρίτη συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”, στα τέλη του 1927.  Ο Γιάννης Παπακώστας  στο βιβλίο του “Ο πολιτικός Καρυωτάκης” έχει τη γνώμη πως  “ …η απροθυμία του Καρυωτάκη να το δημοσιεύσει τότε, θα πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο στη νεότροπη γραφή, αλλά κυρίως στο καινοφανές και τολμηρό του περιεχόμενο, ένα περιεχόμενο πολύ διαφορετικό από τον κύκλο των δυο προηγούμενων ποιητικών συλλογών, … (όπου) κυριαρχεί ο πένθιμος τόνος και η μελαγχολία” . Εδώ, στο Μιχαλιό, υπάρχει η τάση για μια ρεαλιστικότερη γραφή και εξωτερίκευση πραγμάτων και καταστάσεων με ειρωνικό τόνο, που κάποτε γίνεται σάτιρα και σαρκασμός. Κι ας μη ξεχνάμε πως δημοσιεύεται παραμονές της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, οπότε στη χώρα μας κυριαρχεί το πνεύμα του μεγαλοιδεατισμού, ενώ ο Καρυωτάκης, στο πρόσωπο του Μιχαλιού, αντί του γενναίου πολεμιστή, που απαιτούσαν οι περιστάσεις, προβάλλει έναν αντιήρωα:
“To Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη./ καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη./Δεν μπόρεσε να μάθει καν το “επ’ ώμου”.
Όλο μουρμούριζε: “Κυρ Δεκανέα,/ άσε με να γυρίσω στο χωριό μου”. Στο πρόσωπο του Μιχαλιού εντάσσεται κάθε στρατευμένος Μιχαλιός που βρίσκεται σε ανάλογη ψυχολογική κατάσταση, ενώ στου ανώνυμου κυρ Δεκανέα συγκεντρώνεται η άκαμπτη στρατιωτική εξουσία, όπου προσκρούει κάθε παράκληση ή ικεσία. Το αντιηρωικό πνεύμα είναι διάχυτο σ’ όλο το ποιήμα, δικαιολογημένα, αν σκεφτεί κανείς πως το 1919 που γράφτηκε, η χώρα μας και όλη η Ευρώπη έβγαινε καθημαγμένη από τα δεινά του πρώτου μεγάλου πολέμου και το αντιμιλιταριστικό πνεύμα ήταν φανερό.
2. “Στο άγαλμα της Ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο”
Σαφέστατα ρεαλιστικό και πολιτικό ποίημα, όπου κυριαρχεί η αίσθηση της ειρωνίας, του σαρκασμού και της πικρίας, με μια υφέρπουσα οργή και καταγγελία. Η ειρωνία αρχίζει από τον τίτλο, όπου οι λέξεις δεν έχουν κανένα αντίκρυσμα. Κυρίαρχες οι έννοιες του ανταγωνισμού, του οικονομικού κέρδους, που συνδέονται με τον Αμερικάνικο λαό. Η γλώσσα του εμπορίου και της συναλλαγής κυριαρχεί στη δεύτερη στροφή: “…θα σ’ αγοράσουν έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι”, ενώ ο όρος “χρέη” έχει την έννοια της υποχρέωσης, του ηθικού χρέους που δεν εκπληρώθηκε. Δεν είναι η πρώτη φορά όμως που εκδηλώνεται η ευαισθησία και η κριτική στάση του Καρυωτάκη, όσον αφορά τον πόλεμο, τις δικτατορίες και το ρόλο της ξένης διπλωματίας. Ήδη σε ηλικία 18 ετών, ενώ έτεινε να ξεσπάσει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και τις τύχες του κόσμου τις ρύθμιζαν τα παρασκήνια της διπλωματίας, ο Καρυωτάκης, έφερε σαν παράδειγμα την αδικία – ατιμία ήταν ο ακριβής όρος του- από μέρους των Άγγλων στο ελληνικό έθνος με την παραχώρηση το 1818 της Πάργας στους Τούρκους. Έγραφε λοιπό στα 1912 μεταξύ άλλων: “Οι φιλελεύθεροι Άγγλοι παρεβίασαν το στοιχειωδέστερον των δικαιωμάτων, τα οποία εις άνθρωπος, εις λαός, δύναται να έχη: το δικαίωμα της ελευθερίας”.
Όσο για την άκρως αντιαμερικάνικη στάση του ποιητή, σαφώς εκπορεύεται από τα μηνύματα του κλίματος που επικρατούσε στον ελλαδικό, ειδικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή. Η πληροφορία του ιστορικού Παύλου Καρολίδη είναι διαφωτιστική όταν περιγράφοντας την στάση των “αναισχύντως θεωμένων Ευρωπαίων και Αμερικανών”,  μπροστά στη σφαγή τόσων ανθρώπων, τους οποίους όχι μόνο δεν βοηθούσαν αλλά τους έρριχναν στη θάλασσα και στα χέρια των Τούρκων καταλήγει: “Και αυτοί οι Αμερικανοί ενώ ηδύναντο διας μιας μόνον βολής τηλεβόλου να διασκορπίσουσι το αιμοδιψόν πλήθος, εθεώντο μετά θλίψεως, αλλά ένευ ενεργείας τινός το τελούμενον αιματηρόν δράμα”. Με έκδηλη λοιπόν την αφυπνισμένη συνείδησή του παρουσιάζεται εδώ ο Καρυωτάκης, καταγγέλλοντας την πολιτική καταπίεση στη διεθνή κατάσταση, δίνοντας έτσι στο έργο του έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα:
“Λευτεριά, Λευτεριά, σχίζει, δαγκάνει/ τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου./ Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι
λογαριάζουν πόσα δολάρια κάνει/ σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου”.
3. “Η πεδιάς και το Νεκροταφείον”:
“(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου)
Πρόκειται για την περίοδο που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ιούνιο του 1925 και τον Αύγουστο του 1926, οπότε τη χώρα κυβερνά ο δικτάτορας Πάγκαλος και ειδικότερα για το συγκεκριμένο γεγονός, σύμφωνα με το οποίο τις 26 Νοεμβρίου 1925 δυο ανώτεροι αξιωματικοι του στρατού, “καταδικασθέντες επί πλαστογραφίαις, απάταις, εξαφανίσεσι δημοσίων εγγράφων κλπ.” και παρά τη γενικόπτερη αντίδραση, εκτελέστηκαν δημόσια με απαγχονισμό. Είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις του έργου του Καρυωτάκη, που ένα ποίημα αναφέρεται σαφώς σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Ο ίδιος ο Καρυωτάκης, φαίνεται πως υπήρξε μάρτυρας του φαινομένου της θανατικής εκτέλεσης, αφού η κυβέρνηση, για λόγους φρονηματισμού του  κοινού, φρόντισε η όλη διαδικασία να γίνει δημόσια. Η εκτέλεση έγινε στο γνωστό χώρο εκτελέσεως στο Γουδί, ενώ ο τύπος είχε διαχωριστεί, στις εφημερίδες που αντιμετώπισαν το μακάβριο αυτό θέαμα ως κοσμικό γεγονός και νόμιμο μέσον φρονηματισμού του λαού και σε όσες θεώρησαν τον τρόπο αυτό της θανάτωσης φρικώδη και μεσαιωνικόν, σχολιάζοντας το φαινόμενο της μεγάλης συμμετοχής του πλήθους σε ένα τέτοιο ατιμωτικό θάνατο σαν “αίσχος δια την ελληνικήν ιστορίαν”. Εξυπακούεται πως λόγω της ασφυκτικής λογοκρισίας δεν έγινε καμιά δημόσια κριτική κατά του δικτάτορα, του εμπνευστή του τρόπου της εκτέλεσης, που επικαλούνταν τάχα το δημόσιο συμφέρον.
Στο ποίημα αυτό, δεν ενδιαφέρουν τον Καρυωτάκη οι λόγοι λήψης μιας τέτοιας απόφασης, αλλά ο απαγχονισμός ως μέσον ποινής και κατ’ επέκταση ως πολιτική πράξη. Ακόμα τον απασχολεί και το κλίμα τρομοκρατίας, πανικού και κατάθλιψης που διαπερνά το άτομο στη θέα τέτοιου φαινομένου, που συναρτάται ευθέως με την πολιτική κυβερνητική πρακτική. Η εικόνα των ‘ερειπίων” που συνοδεύει το φαινόμενο, δεν εννοεί μόνο τις καταστροφές του πολέμου και της μικρασιατικής καταστροφής, αλλά και τις ψυχικές ρωγμές που προκαλούν φαινόμενα, όπως αυτό της άκρας ερήμωσης, του νεκροταφείου και ιδίως της αγχόνης. Το αίμα και τα δάκρυα συνιστούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τον δικτάτορα Πάγκαλο και αυτή την εικόνα μας δίνει με άκρως ρεαλιστικό τρόπο το ποίημα αυτό του Καρυωτάκη.
4. “Εις Ανδρέαν Κάλβον”
 Πρόκειται για ένα ακόμη ποίημα που ανήκει στη συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”, όπως και τα προηγούμενα, όπου έχουμε έμμεση αναφορά στις διαδοχικές ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις που μεσολάβησαν στη χώρα μας μετά το “22 και ιδιαίτερα κατά το μεσοδιάστημα των δικτατοριών Παγκάλου και Κονδύλη (Ιούνιος 1925 – Φθινόπωρο 1926).
Ο επιτιμητικός, σοβαρός και αγέρωχος τόνος, είναι έκδηλος στο ποίημα, όπου στιγματίζεται η πολιτική και κοινωνική έκπτωση και ειδικότερα η τάξη εκείνη, στόχος της οποίας είναι η απόκτηση της εξουσίας και η επιβολή της δύναμής της. Η επίκληση του Κάλβου, η μίμηση της γλώσσας και της στιχουργίας του καθώς και η χρήση διάφορων εκφράσεών του δεν είναι τυχαία. Πρόθεση του Καρυωτάκη είναι να αντιπαραθέσει την ποιότητα του κόσμου και των αξιών που υμνεί ο ποιητής των ωδών, στον κόσμο και τις αξίες της εποχής του. Στην εποχή του Κάλβου τα όπλα εξυπηρετούσαν το ιδανικό της ελευθερίας, ενώ τώρα, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, χρησιμοποιούνται εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Η ελευθερία εδώ οδηγείται “δούλη στρατώνος”, ενώ όσοι επιβάλλουν την στρατοκρατία είναι εκείνοι που στο πεδίο της μάχης έδειξαν ανανδρία και τώρα αντί πολεμικού ξίφους, προβάλλουν το μαστίγιο εναντίον των πολιτών. Το ποίημα χαρακτηρίζεται από το πνεύμα παρακμής, ηθικού αμοραλισμού και αποσύνθεσης, με χρεοκοπημένες όλες τις ηθικές αξίες, αφού στο Σαγγάριο πνίγηκαν ιδανικά αιώνων:                             
“Τις δάφνες του Σαγγάριου / η Ελευθερία φορέσασα,   
γοργά από μίαν χείρα / σ’ άλλην περνά και σύρεται ,
δούλη στρατώνος”.
Σ΄ένα άλλο επίπεδο έχουμε την αντιπαράθεση της έννοιας του ‘λαού’ προς την έννοια των ‘μαζών’. Η απόφασις του λαού είναι: “ άτεγκτος, φοβερά, περιφρονούσα”, ενώ οι μάζες έχουν: “ψυχήν μικράν, κατάπτυστον, καρδίαν ιδιοτελή, παρειάν αναίσθητον”. Λαός, για τον Καρυωτάκη, σημαίνει την ενσυνείδητη τάξη των πολιτών που έχει επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου, γνωρίζει τη δύναμή της, την οποία όμως δεν μπορεί πάντοτε να τη χρησιμοποιήσει, γιατί της υφαρπάζεται κατά τρόπο βίαιο. Έτσι, ως δύναμη, ο ποιητής την αντιπαραθέττει προς την “στρατιά της ήττης” των διεστραμμένων εκείνων στρατιωτικών, που αντί να επιδείξουν την ισχύ τους στο πεδίο της μάχης, την επιδεικνύουν στον άμαχο πληθυσμό, ο οποίος όμως, με τη στάση του τους αποδοκιμάζει, τους περιφρονεί. Ξεχνούν ότι η δύναμή τους είναι τόση, όση και η δύναμη μια ολόκληρης στρατιάς μυρμηγκιών, που ακόμα κι ένα παιδάκι μπορεί να τη συνθλίψει.
5. Ηρωική Τριλογία: “Διάκος –  Κανάρης –  Byron”
Πολλοί αναρωτιούνται γιατί ασχολήθηκε ο Καρυωτάκης στα “Ελεγεία και Σάτιρες’, σε ξεχωριστή ενότητα,με “ήρωες”, καθώς η εν λόγω τριλογία, σχεδόν εμβόλιμα, υπεισέρχεται σαν σφήνα ανάμεσα στις δυο σειρές των Ελεγείων και στις Σάτιρες, παρακάμπτοντας σοιχεία και από τις δύο, σαν ένα κρίσιμο σημείο καμπής, μια διαφυγή προς άλλη κατέυθυνση, όπου και ο δημιουργός τους ακόμα, σαν να αμφιβάλλει ανάμεσα στο θρήνο και τον περισπασμό του της σάτιρας. Εδώ δεν υπάρχει η ακραιφνής και πικρή διάθεση λοιδορίας που κυριαρχεί στις Σάτιρες. Ούτε το ίχνος ειρωνείας που υφαίνεται σε άλλα ποιήματά του έστω και χωρίς τη θέλησή του. Πρόκειται κυρίως για  συγκρατημένη οδύνη που απορρέει από θαυμασμό, από την υπόκλιση εμπρός στο ανάστημα των ανδρών (πρόκειται για τρεις ανδρικές προσωπογραφίες). Ο Καρυωτάκης  με μια λιτότητα  χαρακτηριστική, τόσο λέξεων όσο και άρθρωσης νοήματος, φτιάχνει τρια τιμητικά σχέδια, τρεις μονοκοντυλιές. “Διάκος”, “Κανάρης”, “Byron”.
Eκατό χρόνια μετά την πρώτη ύπαρξη και των τριών μέσα στον ελληνικό χώρο, επανεμφανίζονται εντελώς αναπάντεχα σε ένα ποιητικό περιβάλλον, σχεδόν ανοίκειο για τις μορφές τους. Περιβάλλον που ωστόσο τις υποδέχεται χωρίς ίχνος μεγαληγορίας και δίνει στο μύθο μια ανθρωπινότερη διάσταση, εκτρέποντάς τον από το αναμενόμενο, όταν δεν τον διαλύει. Γι’ αυτό η σημασία των τριών ποιημάτων προκύπτει ακόμη μεγαλύτερη.
Ένας κατεξοχήν αντι- ηρωικός ποιητής, σύμφωνα και με τον Θανάση Χατζόπουλο, καταθέτει σε αυτά τα ποιήματα ψήγματα ενός ιδεώδους (μάλλον κυρίως επαναστικού και ηθικού, ίσως και υπαρξιακού, μα καθόλου εθνικού, το οποίο κρίνει άγρια όταν δεν το χλευάζει ανοιχτά). Μέσα σ’ αυτό τονίζονται οι μορφέρς που, ξεπερνώντας το κοινό μέτυρο, δηλώνουν, σιωπηρά έστω, μια παραδειγματική στάση ζωής: Μορφές που γίνονται “αχείλι κόσμου που επόνει”, κάθε μορφή, που όπως “ο Μπάιρον, ξέρει πώς να το ζήσει το “θείο Τραγούδι” (στίχος που λέει πολλά για την ποιητή του Καρυωτάκη, συμπυκνώνοντάς τη σε λίγες λέξεις). Ο ηρωισμός τους είναι σχεδόν αντι- ηρωικός, σχεδόν επαναστατικός: “κάποιοι δαιμόνοι/ τον είχαν στείλει κι είπε απορώντας/ “πώς να πεθάνω;” και προσπαθεί να αξιώσι την ίδια τη ζωή επαναφέροντάς την ως αγαθό σε εποχές που εκπίπτει. Και η εποχή του Καρυωτάκη προς αυτό, μοιάζει αρκετά με τη δική μας, ίσως ακόμη και στον δραματικό, μαζικό (μήπως και τραγικό;) τρόπο έκπτωσης της ζωής, μια απαξίωση της ζωής διαλυτική για κοινωνίες και πρόσωπα, με την έκπτωση ενός λαού σε μάζα, του ανθρώπινου προσώπου σε αριθμητική μονάδα και μόνον, φορείς ανατροπής αξιών και όχι αξίες καθ’ εαυτά. Ένα είδος συμβολικού θεμελίου προσπαθεί να ανασυστήσει με την ¨Ηρωική Τριλογία” ο Καρυωτάκης, θεμέλιο που συμπίπτει με το ανθρώπινο, περνώντας για λίγο από αυτό το ενδιάμεσο, το ενδιάμεσο θρήνου και ειρωνείας, λίγο πριν ενδώσει στην άγρια, τη βίαιη σάτιρα, σε μια έσχατη προσπάθεια – δια του αρνητισμού και της κοροιδίας- υποστήριξης του συμβολικού αυτού. Αν όμως τελικά δεν λειτουργήσει θετικά, η σάτιρα συνοδεύεται από την αργή προσχώρηση στο θάνατο, τη μανιακή εντέλει αναζήτησή του, αφού δεν απομένει πλέον τίποτε άλλο εκτός από αυτόν.
6. “Δελφική εορτή”
“ Στους Δελφούς εμετρήθηκε το πνεύμα δύο Ελλάδων.
Ο Αισχύλος πάλι εξύπνησε την ηχώ των Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodaks, operateurs, στου Προμηθέα τον πόνο
έδωσαν ιδιαίτερο, γραφικότατο τόνο”.
Στο ποίημά του “Όλοι μαζί…”, των Σατιρών, ο Καρυωτάκης καταλήγει αναφερόμενος στους ποιητές: “Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,κι αν ξενυχτούμε κάτου απ’ τα γεφύρια, επέσαμε θύματα εξιλαστήρια/ του “περιβάλλοντος”, της “εποχής”. Ο ίδιος βέβαια έχει οδυνηρή επίγνωση της καταλυτικής (και συχνά καταστροφικής) επίδρασης του περιβάλλοντος. Αλλά σε τι συνίσταται το “περιβάλλον”, η “εποχή”; Μια πιθανή απάντηση, συνεπικουρούμενη και από ομόλογα επιχειρήματα διάσπαρτα στα ποιήματά του, προβάλλει τόσο στο ποίημα “Δελφική εορτή”, όσο και στο κείμενο που γράφει και δημοσιεύει στην  ‘Αλεξανδρινή Τέχνη’, 9 Αυγούστου 1927,για την παράσταση του Προμηθέως Δεσμώτου:
 “ Η παράστασις εν τούτοις του Προμηθέως Δεσμώτου στο αρχαίο θέατρο των Δελφών στάθηκε, νομίζω, για την Ελλάδα ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός, το μοναδικόν ίσως της φθινούσης πνευματικής ζωής των τελευταίων χρόνων. Σε δύο ή τρία σημεία ησθάνετο κανείς μιαν απόλυτον έκσταση, κάτι σαν πνοή αθανασίας, το θείο εκείνο ρίγος που εξιλεώνει την καθημερινή ασχημία και δικαιολογεί την ύπαρξη”.
Σε πρώτη ανάγνωση το κείμενο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το ποίημα “Δελφική εορτή” και θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν μια ποιητική αντίφαση. Ωστόσο τα δύο κείμενα συνηχούν, δεν αντίκεινται. Μια προσεκτική ανάγνωση του ποιήματος θα αφήσει να φανεί ανάγλυφα ότι το θέμα του δεν είναι παρά η αναμέτρηση του πνεύματος των δύο Ελλάδων. Άλλη μια σχάση, για την οποία θα μπορούσε να πει κανείς ότι εξακολουθεί να είναι ελληνικό ζήτημα μέχρι τις μέρες μας. “Η Δελφική εορτή” δίνει στον Καρυωτάκη, παρακολουθώντας την παράσταση, την ευκαιρία να κάνει αυτή την αντίστιξη ανάμεσα “στην αιωνία εικόνα του υπερτέρου ανθρώπου που αγωνίζεται και συντρίβεται κάτου από το ιδανικό του και τα απίθανα αυτά πλήθη” που συρρέουν στο κοίλον του εκάστοτε κοινωνικού θεάτρου. Το μόνο που συνδέει σε αυτές τις δύο αυτές πλευρές είναι η ηχώ των Φαιδριάδων που εξύπνησε  και ένας λυγμός που εκίνησε. Σ΄αυτό το “εκίνησε” επάνω στηρίζεται όλη η ειρωνεία του ποιήματος, αφού αμέσως μετά την ομήγυρη διελύθη. Ο Καρυωτάκης κυριολεκτικά κατακεραυνώνει την κοινωνία της εποχής του. Στην παρουσία της στους Δελφούς δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά την κούφια επίδειξη, τη μάταιη και επιφανειακή συγκίνηση που φτιάχνει ένα άλλο θέατρο μέχρι τις μέρες μας, όμοιο σε όλα. Η παρουσία του πλήθους δεν έχει καμιά σχέση με την αληθινή τέχνη, δεν μπορεί να επικοινωνήσει με το κείμενο του Αισχύλου, όλα γίνονται θεατρικό παιχνίδι προβολής, το παρόν είναι ιδιαζόντως απομυθοποιητικό, αντιποιητικό, όπως και ο τόπος, το “περιβάλλον” και η ¨εποχή”.
7. “ Μικρή  Ασυμφωνία εις Α μείζον”
Το ποίημα αυτό γράφτηκε με αφορμή τη συμπεριφορά του Μαλακάση, που το 1925, μετά από μια διάλεξη που έδωσε στο Βασιλικό Θέατρο για τον Jean Moreas, προσποιήθηκε, όπως νόμισε ο Καρυωτάκης, ότι δεν τον είδε, όταν ο ποιητής πλησίασε μαζί με άλλους για να τον συγχαρεί. Η ποιητική αντίδραση του Καρυωτάκη στην παραπάνω συμπεριφορά δημοσιεύτηκε με την εξής υποσημείωση: “ Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου κανείς δε θα μπορούσε να παραγνωρίσει το σημαντικό έργο”, αναγνώριση που στόχευε να μετριάσει την πικρία του Μαλακάση. Η διάκριση του κοσμικού κυρίου από τον ποιητή Μαλακάση αποτελεί σοβαρή ένδειξη ασυνέπειας- ασυμφωνίας, για την οποία γίνεται λόγος στον τίτλο του ποιήματος:
“A! Κύριε Μαλακάση/ ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο, / ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας, / το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει/ να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε / όσοι μοιάζουν αριστοκράται…” και στο τέλος:
“Α! κύριε Μαλακάση, / ποιος τελευταίος θα γελάσει;”
Ο σεβασμός και η εκτίμηση του Καρυωτάκη προς τον ποιητή Μαλακάση είναι μαρτυρημένη από το ποίημα “Γυρισμός” που του είχε αφιερώσει πριν το 1925, καθώς και από την αφιέρωση ακόμη, του  τομιδίου ποιητικής και λογοτεχνικής ανθολογίας  “Φιλολογικές σπίθες”. Η προσδοκία του Καρυωτάκη τότε, πως ο φτασμένος ποιητής και λόγιος Μαλακάσης θα καταδεχόταν να δεχτεί τα συγχαρητήρια του μικρού και άσημου τότε ποιητικού νεοσσού Καρυωτάκη, τον γέμισε απογοήτευση και πίκρα με τη διάψευσή της, σε μια εποχή που αναζητούσε εναγώνια στήριγμα και έδαφος για να πατήσει και να στεριώσει. Χρησιμοποιώντας έξοχα τις αντιθέσεις στο ποίημά του, ο Καρυωτάκης κατορθώνει να καταγγείλει στην ατομική περίπτωση του ποιητικού του ινδάλματος ολόκληρη τάξη ανθρώπων και τις φενακισμένες ιδέες τους, γράφοντας μια από τις πιο λεπτές και καυστικές του σάτιρες. Γρήγορα βέβαια μετάνιωσε γι’ αυτή τη σε προσωπικό επίπεδο “επίθεσή του” και με γράμμα του στο Μαλακάση, με ημερομηνία 22-11-1927, έδωσε κάποιες εξηγήσεις και ζήτησε συγνώμη για το φέρσιμό του.
8. “Σταδιοδρομία”
Περίπου την ίδια τακτική ακολουθεί κι εδώ ο Καρυωτάκης και στην περίπτωση της Κλεαρέτης Δίπλα – Μαλάμου, ποιήτριας και πεζογράφου από την Πρέβεζα:
“Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω / σε σχήμα βιβλίου μεγάλο.
“Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες” / θα γράφουν οι εφημερίδες.
“Κλεαρέτη  Δίπλα  – Μαλάμου” / και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου….”. Εδώ έχουμε ένα παιγνίδι ανάμεσα στην επωνυμία και την ανωνυμία. Ο Καρυωτάκης δεν αναφέρει το δικό του όνομα, ενώ παραθέτει ολόκληρο το επώνυμο της συναδέλφου του, δηλώνοντας έτσι ότι αυτή είναι γνωστή , ενώ αυτός παραμένει άγνωστος. Η ποιήτρια Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1897 και όταν γραφόταν το ποίημα του Καρυωτάκη είχε εκδώσει το βιβλίο της “Στο διάβα μου, 1922). Η  άποψη των μελετητών του Καρυωτάκη ότι η αντωνυμία “αυτό” δίπλα στο όνομα της ποιήτριας,” σαν να μην ήταν πρόσωπο, αλλά πράγμα”, αποτελεί υποτίμηση , και “σαφή περίπτωση αποπροσωποποίησης”, δεν μας  αντιπροσωπεύει, μας βρίσκει αντίθετους εδώ, γιατί φρονούμε πως ο όρος “αυτό” του ποιητή αναφερόταν στο όνομα της Μαλάμου, που είναι ουδέτερο, επιτείνοντας τη σημασία, τη σπουδαιότητα  της γυναίκας, (έστω και ειρωνικά, μειδιώντας, γνωστό το καυστικό του χιούμορ) σαν όνομα, που θα ήταν τιμή –  τάχα, με τα λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής    του Καρυωτάκη –  να ήταν κοντά στο δικό του. Άλλωστε , εκτός της κρίσης του για κάποια “ανυποψίαστα πλάσματα μηδενικά” που θα εξετάσουμε αμέσως μετά, δεν μας έχει συνηθίσει να καταφέρεται χωρίς λόγο εναντίον μιας συγκεκριμένης γυναίκας. Η φυσική του ευγένεια, αριστοκρατικότητα και αξιοπρέπεια δεν θα το επέτρεπε, ούτε θα απέκρυπτε – με τόσο αγενή τρόπο-  το λόγο, αν υπήρχε, είμαστε κατηγορηματικά σίγουροι γι’ αυτό. Ο  Καρυωτάκης δεν έγραφε ποτέ στην τύχη, έψαχνε και εύρισκε ακριβώς τη λέξη που έπρεπε για να αποδώσει το νόημα που ήθελε, δεν γίνεται να σκεφτούμε πως θα εκφραζόταν τόσο προσβλητικά για μια τόσο καλλιεργημένη γυναίκα και συνάδελφο. Μα κι αν για κάποιο λόγο γινόταν, τότε δεν θα ζητούσε συγνώμη όπως έγινε με τον ποιητή Μακαλάση, που τον είχε πειράξει η συμπεριφορά του κιόλας; Ο σχετικός – άνευ λόγου κατ’ εμάς – θόρυβος για το ανυπόστατο “παράπτωμα” του Καρυωτάκη, θα λύπησε πολύ την Μαλάμου και το περιβάλλον της, δημιουργώντας και στον ποιητή Εγγονόπουλο αργότερα την ανάγκη να της αφιερώσει το ποίημά του “Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου” από τη συλλογή του “Στην κοιλάδα με τους ροδώνες” για να την αποκαταστήσει:…Kλεαρέτη Δίπλα Μαλάμου, / και δίπλα σ’ αυτή τ’ όνομά μου”. Δεν γίνεται να μη θυμηθούμε εδώ, όχι χωρίς θλίψη, τους στίχους του Καρυωτάκη: “ Όταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς, / μπορούνε με χίλιους τρόπους”.
9. “Aποστροφή”
Το ποιητικό υποκείμενο θα στρέψει στη συνέχεια στις γυναίκες:    
“Φθονώ την τύχη σας, προνομιούχα / πλάσματα, κούκλες ιαπωνικές.
Κομψά, ρόδινα μέλη, πλαστικές,/ γραμμές, μεταξωτά, διαφανή ρούχα”. Το ποίημα αποστροφή, που συναντάμε στις “Σάτιρες” δεν πρέπει να ερμηνευτεί μεμονωμένα, σύμφωνα με τον Απ. Μπενάτση. Δεν ξεχνάμε την έντονη ερωτική διάθεση των “Νεανικών” ποιημάτων., τις δυσφορικές καταστάσεις που προκαλεί η έλλειψη ενός αγαπημένου ποθητού αντικειμένου στις επόμενες συλλογές και τέλος την ευφορία που δημιουργεί η ερωτική σύζευξη. Επομένως ο έρωτας αποτελεί κυρίαρχο στοχείο στην ποίηση του Καρυωτάκη. Εδώ βέβαια, ο αφηγητής σατιρίζει καταστάσεις. Τα εκφωνήματα που χρησιμοποιεί είναι χαρακτηριστικά: “κούκλες ιαπωνικές”, “ζωή σας όλη τα ωραία σας μάτια”. “απειράριθμες παίρνετε πόζες”, “διαφανή ρούχα”, “πριν ρομαντικές…αύριο παναγίες”, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι αυτές οι επάλληλες εικόνες εκφράζουν μια αντιπάθεια και έτσι, μεταφράζοντας κυριολεκτικά τον τίτλο του ποιήματος, να οδηγηθεί σε κρίσεις για μια σχέση αντιπαράθεσης ανάμεσα στο ‘αρσενικό’ και το ‘θηλυκό’, πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση και ευθεία σύγκρουση με όλη την εικονοποία των προηγούμενων συλλογών. Γνωρίζουμε όμως ήδη από τα “Νεανικά”, ότι ο ποιητής αρέσκεται και καταφάσκει το μέτρο στα πράγματα, ενώ αρνείται την υπερβολή. Εδώ λοιπόν, δεν στρέφεται κατά του θηλυκού γένους γενικά, αλλά σατιρίζει τη διάθεση για ‘εξασφάλιση και κοινωνική άνοδο με κάθε μέσο’. Το γεγονός αυτό, θεωρεί πως καταλήγει στην υπερβολή, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα μια καταστροφική ανισορροπία. “Η συμπεριφορά αυτή ακόμα θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ταυτότητα του παρατηρούμενου υποκειμένου”, τονίζει ο μελετητής. “Ο αφηγητής επομένως παρουσιάζει μια ‘στάση ζωής’. Υποδηλώνει μάλιστα ότι τα όρια στην υπό μελέτη περίπτωση έχουν παραβιαστεί και έχουμε έτσι μετατεθεί από την ισοτοπία της αναζήτησης ενός ποθητού αντικειμένου σε μια άλλη ισοτοπία, αυτή της ‘εκζήτησης και της παθολογίας’: “Ήταν ωραία ως σύνολο τα επιστημονικά/ βιβλία, οι αιματόχρωμες εικόνες τους, η φίλη / που αναμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,/ωραίο κι ό,τι μας έδιναν τα φευγαλέα της χείλη…”
“…κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη, /στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,/ γελώντας αινοιγματικά, μας έδινε τα χείλη/ κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν”. (“Ωχρά σπειροχαίτη”). Εδώ, ενώ η γυναικεία μορφή φαίνεται ότι είναι ωραία και το ποιητικό υποκείμενο πιστεύει πως πρόκειται για μια ερωτική ανταλλαγή, για ένα ‘ερωτικό δώρο’, γρήγορα συνειδητοποιεί πως αποτελεί παγίδευση, στην ουσία η μοιραία γυναίκα είναι επικίνδυνη, και προκαλεί συμφορές.
10. “Ανάγκη χρηστότητας”
Η έναρξη της ρήξης με  τον υπουργό Κύρκο, σημειώνεται το χειμώνα του 1927, όταν από άγνωστο πειθαρχικό αδίκημα επιβάλλεται στον ποιητή το πρόστιμο “ίσο προς το ήμισυ των μηνιαίων του αποδοχών”. Ύστερα από τρεις μέρες θα ακολουθήσει η μετακίνηση από το τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων στο τμήμα Λοιμωδών Νόσων.     Το είδος και την ένταση συναισθημάτων οργής και απογοήτευσης που ακολουθούν τις αποφάσεις αυτές, μόνο δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν ζήσει ανάλογες εμπειρίες θα μπορούσαν να περιγράψουν καλύτερα. Η εμπειρία, λέει εξάλλου, πως τις πολύπλοκες πειθαρχικές διαδικασίες δεν εμπλέκονται συνήθως όσοι εκτελούν πλημμελώς τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα, αλλά όσοι φαντάζονται πως μπορούν να έχουν την πολυτέλεια ανξάρτητης γνώμης και συμπεριφοράς. Γνωστός ο πρώτος κανόνας επιβίωσης μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες, επιβεβαιωμένος και παγιωμένος στη συνείδηση όλων, να περνάς δηλαδή απαρατήρητος, για να σου έρχονται στην ώρα τους προαγωγές και κανείς να μη σου προσάπτει το παραμικρό, λακωνιστί λοιπό, “ου μπλέξεις”. (Γ. Δάλκου, 1986).
Κι ο Καρυωτάκης έμπλεξε, κι όχι από αδιαφορία για το αντικείμενο εργασίας του. Απόδειξη, το άρθρο “Τα Εθνικά Ορφανοτροφεία και Οικοτροφεία”, που δημοσιεύεται στις 29-5-1927, όπου φανερώνεται και η γνώση του πάνω στα ζητήματα του τμήματος που υπηρετούσε, αλλά και το ενδιαφέρον του για τη σωστότερη λειτουργία και δράση των ιδρυμάτων στα οποία αναφέρεται. Απέναντι στην εξουσία που αυθαιρετεί, μόνο η συλλογική δράση μπορεί να αντιπαραταχθεί με κάποιες πιθανότητες επιτυχίας. Με την ανάμειξή του στο συνδικαλισμό, ο Καρυωτάκης δοκιμάζει την αντοχή και τις δυνατότητες αυτού του τελευταίου καταφύγιου. Η ενεργός συμμετοχή του Καρυωτάκη στο συνδικαλισμό τοποθετείται στα τέλη του 1927 και ειδικότερα στους δυο πρώτους μήνες του 1928, όταν κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι η εξοικονόμηση χρημάτων για να αντιμετωπίσει, εκτός των άλλων, και το οξύτατο πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων. Για το σκοπό αυτό μάλιστα ο υπουργός των οικονομικών το Γενάρη του 1928 είχε μεταβεί στο Λονδίνο, όπου και επικύρωσε τη σύναψη δανείου με δυσβάσταχτους για το ελληνικό δημόσιο όρους.
Την ίδια περίοδο πραγματοποιούνται έντονες συνδικαλιστικές ζυμώσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Τις προσπάθειες της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων Ελλάδος (ΣΔΥΕ) συντρέχει τώρα και η ηγεσία της Ένωσης Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών (ΕΔΥΑ), ηγεσία που προήλθε από τις εκλογές της 13 Ιανουαρίου 1928, με πρόεδρο τον υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών, διευθυντή Β. Μαμωνά και  Γενικό Γραμματέα τον εισηγητή του υπουργείου Προνοίας Κ. Καρυωτάκη. Αυτό σήμαινε,  εκτός από αναγνώριση και εκτίμηση από μέρους των συναδέλφων του, και ότι είχε δώσει αρκετά δείγματα εντιμότητας και θάρρους στο παρελθόν. Από παντού τώρα γίνεται λόγος για την άθλια οικονομική κατάσταση των εργαζομένων, για ακρίβεια, για έλλειψη εργασίας και στέγης. Η Εργατική Συνομοσπονδία ανακοινώνει την απόφασή της για τη σύγκλιση του Δ΄Πανελλήνιου Εργατικού Συνεδρίου τον Απρίλιο του 1928 στον Πειραιά, ενώ ανάλογες είναι και οι ανακοινώσεις, τα υπομνήματα και οι απεργιακές κινητοποιήσεις και των ελεύθερων επαγγελματιών που ζητούν κατοχύρωση επαγγέλματος, ρύθμιση ενοικιοστασίου, δικαιότερη φορολογία κλπ. Έχοντας μάλιστα οι δύο αυτές ενώσεις (εργάτες και επαγγελματίες) τη δυνατότητα να δραστηριοποιούνται καλύτερα- λόγω σχετικής ανεξαρτησίας τους- είδαν τη ρύθμιση του θέματός τους , όχι μόνο συντεχνιακά, αλλά και μέσα από μια σειρά μέτρων που έπρεπε η Κυβέρνηση να πάρει για όλους τους εργαζόμενους, ο λόγος λοιπόν για ενιαίο μέτωπο πια. “Η συμπαράσταση της Συνομοσπονδίας των Επαγγελματιών θα πρέπει να έπαιξε  ουσιαστικό ρόλο προς την κατεύθυνση της δραστηριοποίησης της δημοσιουπαλληλικής Συνομοσπονδίας”, συμπεραίνει ο μελετητής Γιάννης Παπακώστας, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο φανατισμός των δημοσίων υπαλλήλων και να προσφερθούν να τους ακολουθήσουν σε απεργία, έχοντας τη συμπαράσταση της κοινής γνώμης. Για τους υπαλλήλους του Δημοσίου όμως, μια απεργιακή κινητοποίηση αυτή την εποχή εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους,  καθώς σύμφωνα με το νόμο, ήταν δυνατόν  η απεργία να χαρακτηρισθεί “ως παραίτησις του υπαλλήλου”, αλλά επίσης υπήρχαν και αφανή προβλήματα που δημιουργούσε η διοικητική εξουσία στην προσπάθειά της να πνίξει ή να χειραγωγήσει το συνδικαλιστικό κίνημα: εκφοβισμός, κακή μεταχείριση των συνδικαλιστών και εξαγορά συνειδήσεων.
Το θέμα των οικονομικών διεκδικήσεων και αντιδικιών αναζωπυρώθηκε μετά την επιστροφή του Καφαντάρη από το Λονδίνο, ο οποίος τόνισε και πάλι την αδυναμία της κυβέρνησης να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι η εξαγγελόμενη απεργία είναι παράνομη. Από κει και πέρα άρχισε να καλλιεργείται ένα κλίμα εκφοβισμού και διώξεων, πράγμα που η Συνομοσπονδία έσπευσε να το αντιμετωπίσει με ενημερωτική ανακοίνωσή της, την οποία ακολούθησε καθαίρεση του προέδρου της Ένωσης Δ.Υ. Αθηνών Μαμωνά, από την προεδρία, για αντιδεολογική συμπεριφορά, αφού σπρωγμένος από την διοικητική εξουσία επισκεπτόταν επαρχιακές πόλεις και συμβούλευε τους υπαλλήλους να μη συμμετέχουν στην απεργία.
Όσον αφορά το Γενικό Γραμματέα Κ. Καρυωτάκη, δεν υπήρξε καθαίρεση, αλλά αναγκαστική παραίτηση αφού στις 14 Φεβρουαρίου 1928, λόγω δυσμενούς μεταθέσεως.αναλάμβανε υπηρεσία στην Πάτρα και λίγους μήνες μετά θα έπαιρνε το μοιραίο δρόμο για την Πρέβεζα. Σαράντα μέρες προτού ανακοινωθεί η μετάθεσή του, για άγνωστους λόγους, ο Καρυωτάκης είχε τιμωρηθεί και με τη διοικητική ποινή κράτησης μισθού ίσου”προς το ήμισυ των απόδοχών του”, και δυο μήνες κατόπιν ακολούθησε κι άλλη πειθαρχική ποινή με πρόστιμο κράτησης μισθού δέκα ημερών, με το αιτιολογικό ότι άργησε να παρουσιαστεί στη νέα θέση. Ο ίδιος βέβαια αποδεικνύεται ότι εργάστηκε δραστήρια κατά το διάστημα των τριάντα ημερών, πρώτα- πρώτα γιατί ήταν ένα από τα μέλη της Οικονομικής Επιτροπής της ΣΔΥΕ, προκειμένου να υποδείξει στην κυβέρνηση τρόπους εξεύρεσης χρημάτων για την ικανοποίηση των αναγκών των υπαλλήλων, αλλά  και γιατί την προηγουμένη ακριβώς της σύστασης της Επιτροπής είχε υποβάλει σχετικό υπόμνημα στη Συνομοσπονδία , όπου υπέδειχνε τρόπους περιορισμού των δαπανών στο Υπουργείο Προνοίας. Φαίνεται δε, ότι αναμειγνύεται και στην επίθεση που εκδηώνεται τότε κατά του υπουργού Υγειινής Κύρκου για τον τρόπ χειρισμού του θέματος απαλοτριώσεων υπέρ των προσφύγων. Την αυξανόμενη δυσφορία των ‘γηγενών’ για τις υποχρεωτικές απαλλοτριώσεις που τους οδήγησε μέχρι την αυτοδικία προκειμένου να υπερασπιστούν την ιδιοκτησία τους, προσπάθησε να κατασιγάσει ο υπουργός Προνοίας. Ο αντικυβερνητικός τύπος όμως- με προεξάρχουσα την Καθημερινή- μπάινει στη μάχη πάνοπλος, τροφοδοτώντας τη φωτιά συνεχώς με αποκαλύψεις που έχουν στόχο κυρίως τον υπουργό Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως. Στη σχετική ιδησεογραφία περιλαμβάνονται και πληροφορίες που υποδεικνύουν κάποιο κέντυρο διαρροής από το Υπουργείο. Έτσι, στις 20 Ιανουαρίου η ‘Καθημερινή’ αποκαλύπτει ότι ο υπουργός ¨ενεθυλάκωσε” 119.00 δραχμές “υπό τύπον οδοιπορικών εξόδων”. Τα χρηματικά εντάλματα για τη λήψη του ποσού αυτού υπάρχουν, οπότε “ο κ. Κύρκος δεν είναι δυνατόν να τα αμφισβητήσει”. Η εφημερίδα ‘Υπαλληλική’ φέρνει σαν βέβαιο “δράστη” της διαρροής τον Καρυωτάκη, έτσι στις 29 Ιουλίου 1928, δημοσιεύοντας την είδηση της αυτοκτονίας του, την αποδίδει “εις την απατηλή δίωξιν την οποία υφίστατο εκ μέρους του τέως υπουργού Προνοίας κ. Κύρκου, τον οποίον ο εκλιπών συνάδελφος είχε προ καιρού καταγγείλει δια την εξόγκωσιν κονδυλίων ατομικών οδοιπορικών και άλλων υπερβασιών”.
Το άρθρο του Καρυωτάκη με τίτλο “Ανάγκη χρηστότητας” που δημοσιεύτηκε στον τύπο τις 8 Φεβρουαρίου 1928, δεν ήταν ένα ξέσπασμα της στιγμής. Ερχόταν μετά από μια σειρά ανάλογων ποιητικών κειμένων, όπως είδαμε, έντονου ρεαλισμού, με έκδηλο κοινωνικό χαρακτήρα. Το ποίημα δε “Εις Ανδρέαν Κάλβον”, τοποθετείται χρονικά πλησιέστερα προς το άρθρο “Ανάγκη Χρηστότητος”. Λίγους μήνες μετά θα ακολουθήσει και το πεζό με τον τίτλο “Κάθαρσις”, όπου ο Καρυωτάκης εκφράζει καταστάσεις όχι μόνο της υπαλληλικής αλλά και της ευρύτερης κοινωνικής ζωής, εντασσόμενο κι αυτό στον κύκλο των πολιτικών κειμένων του ποιητή.Από τη μελέτη του κειμένου του άρθρου του, είναι φανερό, πως ο Καρυωτάκης θεωρεί τη δημοσιουπαλληλική τάξη αλληλέγγυη προς τα ευρύτερα λαικά συμφέροντα, ενώ δίνει και ηθική διάσταση στο πρόβλημα των σχέσεων διοικητικής εξουσίας- υπαλλήλων, θέτοντας ζήτημα χρηστής διοίκησης, την θεωρεί διαφθορέα συνειδήσεων, ένα φαινόμενο που οδηγεί σε κοινωνική αποσύνθεση. Ενδιαφέρον ακόμα είναι να παρακολουθήσει κανείς τις έκδηλες διαφοροποιήσεις του Καρυωτάκη όσον αφορά τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων και τη στάση τους απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Έτσι ενώ στο ποίημα “Δημόσιοι Υπάλληλοι”, η κατάσταση είναι καταθλιπτική και λιμνάζουσα αφού:
“Οι υπάλληλοι όλοι λιώνουν και τελιώνουν/σαν στήλες δύο- δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θά’ ναι η Πολιτεία/ κι ο Θάνατος που τους ανανεώνουν.)”, τώρα οι δημόσιοι υπάλληλοι -και πρώτος αυτός- προβάλλουν διεκδικητικοί, μαχητικοί και ανυποχώρητοι. Επισημαίνεται ότι οι τολμητρές προτάσεις του Καρυωτάκη δεν είναι αποτέλεσμα αναζητήσεων και ανάλογων ιδεολογικών κατευθύνσεων, που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε συγκεκριμένα πολιτικά- ή και κομματικά- σχήματα της εποχής. Όλα αυτά ο Καρυωτάκης τα υιοθέτησε καθ’ οδόν, ενώ η ενεργός συμμετοχή του στον συνδικαλισμό τον έφερε πιο κοντά στην πραγματικότητα , συνειδητοποιώντας πτυχές της κοινωνικής ζωής που δεν υποψιαζόταν. Πάντως η πρότασή του για κρατικοποίηση της εμπορίας καπνού έχει και οικονομικό ενδιαφέρον αφού κατά την περίοδο 1922- 1929 αποτελούσε μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων και τη βασικότερη πηγή εισροής συναλλάγματος, ενώ με την καλλιέργειά του ασχολούνταν 150.000 αγροτικές οικογένειες και ζούσαν απ’ αυτόν. Να έχουν όλα τούτα σχέση με την εκρηκτική φράση “ και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει

Το μεταφραστικό  έργο του Καρυωτάκη

Στη μελέτη του “Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες, 1938, ο Τέλλος Άγρας μας πληροφορεί: “Άν οπωσδήποτε μελετήσωμε, έστω και επιπόλαια, το έργο του, βλέπομε ότι την ποιητική του τέχνη του δίδαξαν κυρίως ξένοι. Οι Γάλλοι πρώτοι, οι ποιηταί της Αναγεννήσεως, οι προκλασικοί, από τον Βιγιόν ως τον Ρενιέ, έπειτα οι μεταρομαντικοί, οι συμβολισταί, από τον Λαφόργκ ως τον Τailhade, του οποίου η εξυπνότατη, φαίνεται σατιρική ποίηση μένει εντελώς  άγνωστη στην Ελλάδα. Από τις πάμπολλες μεταφράσεις που περιέχουν τα βιβλία του, κ’ οι οποίες άλλωστε είναι από τις άριστες ελληνικές μεταφράσεις, μεταφράσεις δημιουργικές, φαίνεται πόσον ο Καρυωτάκης εντρυφούσε σττους ξένους ποιητές και πόσο τους αφομοίωνε”. Πιο κάτω, αναφέροντας ελληνικές επιρροές στον Καρυωτάκη, από εκείνους που είχαν “προηγηθεί στο δρόμο τον δικό του”, όπως ο Παπαρρηγόπουλος, ο Μαλακάσης, ο Φιλύρας, ο Καβάφης δηλώνει απερίφραστα πως σχετικά με το περιεχόμενο του έργου του “αυτό δεν το δανείστηκε από κανένα. Αυτό το πήρε από τον εαυτό του απ’ ευθείας. Και δεν πιστεύω ν ‘αμφιβάλει κανείς, ότι μόνο με το περιεχόμενο του έργου του ένας ποιητής γίνεται αντιπροσωπευτικός μιανής εποχής”. Και προχωράει σε ερωταπαντήσεις: “Λοιπόν, με ποιο, εν πρώτοις, περιεχόμενο ο Καρυωτάκης έγινεν αντiπροσωπευτικός; Το κλειδί για την απάντηση μας το δίνει μια από τις μεταφράσεις του- από τις πιο ελεύθερες, αλλά και τις πιο δημιουργικές. Είναι τούτη, του Φρανσουά Γκρίφιν :
“Του κόσμου πια δεν είναι ούτ΄ένα/ πράγμα σε μας αγαπητό
ένα τραγούδι, μια παρθένα, /ένα βιβλίο, ένα φυτό-
ιερό δεν είναι, σε μιαν άκρη,/κάτου απ’ την όψη του’ρανού
 – ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, μια γλυκιά θύμηση του νου -” Και συνεχίζει: “Μετέφρασε αυτό το ποίημα ο Καρυωτάκης, γιατί, τότε δε θα μπορούσε να το γράψει ο ίδιος έτσι. Δεν είχε ακόμη την τέχνην εκείνη την “ταπεινή και δίχως ύφος” που “τόσο αργά δέχτηκε το νόημά της”- καθώς ο ίδιος ομολόγησε”.
H διαβρωτική ανάγκη έκφρασης προσωπικών του βιωμάτων, κατά τον Μario Vitti, αναμιγνύεται δημιουργικά με το έργο ξένων ποιητών. Η συμβίωση ιδιαίτερα με τους “καταραμένους” ποιητές της Γαλλίας τον οδηγεί να δημοσιεύει μεταφράσεις τους στα βιβλία του, μαζί με τα δικά του πρωτότυπα ποιήματα. Η διαδοχική επιλογή τον οδηγεί από τον Μπωντλαίρ στον Τουλέ, τον Καρκό. Αν και δεν μετάφρασε Λαφόργκ, υπάρχουν αντιστοιχίες μ’ αυτόν πολύ βαθύτερες και σε πολλαπλά επίπεδα, διόλου περίεργο αν υπολογίσουμε τον ευρύτερο ρόλο που έπαιξε ο Λαφόργκ στην ευρωπαική ποίηση.  “Ο θαυμασμός για το μεταφραστικό επίτευγμα του Καρυωτάκη είναι γενικός αλλά …μοιάζει να τελείωσε εκεί περίπου που τον άφησε ο Τέλλος Άγρας”, αποφαίνεται ο Διονύσης Καψάλης  σε ένα κείμενό του για τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη. Εξετάζοντας την πρόσληψη των καρυωτακικών μεταφράσεων από την εποχή τους ως τη δική μας, διαπιστώνει κανείς, ότι πράγματι, σύσσωμη η κριτική που υποδέχτηκε θετικά έως θριαμβικά το έργο του Καρυωτάκη εξύμνησε τις μεταφράσεις του.Οι επικριτές του πάλι, τις παρέβλεψαν εντελώς, επιβεβαιώνοντας εκ του αντιθέτου την άποψη ότι “οι μεταφράσεις αυτές ανήκουν οργανικά στο έργο του ποιητή και προεκτείνουν είτε ενισχύουν θεμετικά τα πρωτότυπα ποιήματα της κάθε συλλο”, κατά την εύστοχη διατύπωση του Γ. Σαββίδη.
Εκκινώντας από το πνευματικό κλίμα μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε ο Καρυωτάκης, σύμφωνα με την Τιτίκα Δημητρούλια, διαπιστώνουμε ότι είναι διαποτισμένο από τη γαλλική κουλτούρα. Κυρίαρχη από την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η γαλλική σκέψη και λογοτεχνία, ακεί, από τις απαρχές ήδη του νεοελληνικού κράτους, μεγάλη επίδραση στους πεζογράφους και το κοινό, με τα μεταφρασμένα γαλλικά μυθιστορήματα, αλλά καθορίζει εξίσου και την ποίηση, κυρίως μέσα από τις μεταφράσεις, όπως τονίζει και η Βάσω Τοκατλίδου στη διδακτορική της διατριβή. Ο ίδιος ο Καρυωτάκης μιλά εξαιρετικά τη γαλλική γλώσσα, αλληλογραφεί με την αδελφή του στα γαλλικά και μεταφράζει συστηματικά σε περιοδικά, πριν ακόμη εκδώσει την πρώτη συλλογή του. Η επαφή του με την ξένη λογοτεχνία, κατά κύριο λόγο με τη γαλλική, καθότι και τη γερμανική λογοτεχνία την προσλαμβάνει μέσω της Γαλλικής, θα γίνεται όλο και πιο στενή, ίσως και λόγω της απογοήτευσής του από τα ελληνικά γράμματα. Η αλλαγή πνεύματος και ποιητικής κατά τη μετάβαση από τα “Νηπενθή” στα “Ελεγεία και Σάτιρες”, συμπορεύεται με την αυξανόμενη καταφυγή του ποιητή στην ξένη ποίηση και τη μετάφραση, σαν υποστήριξη για την ποιητική του κατασκευή. Φαίνεται ότι επένδυε στον γαλλικό πολιτισμό όσες προσδοκίες του διέψευδε η ασφυκτική ελληνική πραγματικότητα, δημιουργούσε έναν ενδιάμεσο κόσμο φιλικό και προκλητικό, αφού δεν κατατρυχόταν από τα τεράστια ελληνικά αδιέξοδα της εποχής, ένας κόσμος που προιόντος του χρόνου, λόγω της υφιστάμενης πίεσης, άρχισε να καταρρέει.
Ο ποιητής δεν δεσμεύεται από το πρωτότυπο, είναι σε θέση λόγω της γλωσσομάθειάς του να το αναπαράγει με απόλυτη νοηματική πιστότητα. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ποιήματος “Φωνή” του Μπωντλαίρ, όπου παρεμβαίνει καίρια με άλλους τρόπους. Ο ποιητής γενικά, μεριμνά για τη δημιουργία ενός νέου ποιήματος, ισάξιου με το πρωτότυπο, που θα προσλαμβάνεται ως τέτοιο από τον αναγνώστη. Ορισμένες αλλαγές, βέβαια, αποτελούν ισοδύναμες λύσεις, όπως η αντικατάσταση του αλεξανδρινού στίχου από τον δεκαπεντασύλλαβο ή η αλλαγή του τίτλου του ποιήματος “η φωνή” του Μπωντλαίρ με τον τίτλο “Σαν πρόλογος”, αλλά και πολλές άλλες παρεμβάσεις παρατηρούνται στις μεταφράσεις του Καρυωτάκη, καθώς , σύμφωνα με τον Χολμς , η μετάφραση είναι μια σειρά αποφάσεων που ο μεταφραστής παίρνει προκειμένου να επιτύχει το στόχο του. Οι αποφάσεις αυτές ανοίγουν κάποιους δρόμους και κλείνουν κάποιους άλλους.
“Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό”, παραδέχεται και ο Τίμος Μαλάνος (1943)” . “Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει, λ.χ., την περίφημη “Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού” του Βιγιόν και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ’ το πρωτότυπο, και χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ’ τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή.Γι’ αυτό, κι όταν ναγκάζεται, για λόγους στιχουργικούς, να κάνει μια προσθήκη, η προσθήκη αυτή όχι μόνο δε μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο ίδιος ο     Βιγιόν και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θάλεγε κανείς, νοερά ο Έλληνας μεταφραστής, και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του Έλληνα αναγνώστη του”.
 Και πιο κάτω ομολογεί πως: “Για πολλές απ’ τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι τα ίδια τα πρωτότυπα ή και μια άλλη τους μορφή παραπλήσια που προηγείται κάποτε της τελειωτικής. Ο θαυμασμός μου γι’ αυτές είναι τόσος, που δεν διστάζω καθόλου να υποστηρίξω πως ο τίτλος του ποιητή θα του ανήκε χωρίς άλλο κι αν ακόμη δεν έγραφε δικά του ποιήματα, μα περοριοριζότανε σ’ αυτές μόνο”.
 Κι ακόμη ο Ζήσιμος Λορεντζάτος το 1988: “ Ο Καρυωτάκης κάνει προσαρτήσεις, δεν κάνει μεταφράσεις, έστω και αριστοτεχνικές. Με αφορμή τους ξένους ποιητές…συνεχίζει την ποίησή του”.
Αυτόν τον όρο, ‘προσάρτηση’, χρησιμοποιεί ο Berman , και εννοεί την εθνοκεντρική, υπερκειμενική μετάφραση που διέπεται από δυο αξιώματα: ‘” πρέπει να μεταφράζουμε το ξένο έργο ώστε να μην “αισθανόμαστε τη μετάφραση”, πρέπει να το μεταφράζουμε με τρόπο ώστε να δίνουμε την εντύπωση ότι ακριβώς αυτό θα έγραφε ο συγγραφέας αν έγραφε στη μεταφράζουσα γλώσσα”. Ο Καρυωτάκης απαλείφει με επιμέλεια πολλά στοιχεία του ξένου ποιήματος, εκτός από το όνομα του ξένου συγγραφέα που τίθεται πάντα κάτω από τον τίτλο. Τοπωνύμια, θεότητες, ιστορικά πρόσωπα, στοιχεία του ξένου πολιτισμού και της ξένης κουλτούρας, όλα διαγράφονται και συχνά εισάγονται στη θέση τους αμιγώς ελληνικά στοιχεία- όπως η Ελένη η Σπαρτιάτισσα στην “Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού” του Βιγιόν- αλλά αλλάζει και ό,τι δεν  μπορεί, ενδεχομένως να αποδοθεί στα ελληνικά.
“Από ιστορική άποψη”, λέει η Τοκατλίδου, “ ο Καρυωτάκης είναι, φυσικά, ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη γενιά του Καβάφη, του Σικελιανού, και στη γενιά του Σεφέρη, του Ρίτσου, του Ελύτη. Η ποίησή του, όμως, φαίνεται να έχει περισσότερη σχέση με το έργο ξένων, κυρίως Γάλλων, ποιητών, που συχνά ανήκουν στους ελάσσονες της γενιάς τους. Τα ποιήματά τους έδωσαν στον Καρυωτάκη θεματικές αφορμές για μεταφράσεις, που, στην πραγματικότητα, είναι καινούριες δημιουργίες, ενταγμένες οργανικά στις συλλογές του και ταυτισμένες με το πρωτότυπο έργο του, τόσο θεματικά, όσο και λεξιλογικά”.


 

Ο Καρυωτάκης στην Πάτρα και στην Πρέβεζα – Συνάντηση με την Πολυδούρη

Η απομάκρυνση του Καρυωτάκη από την Αθήνα, μια πόλη που του έδινε κάποιας μορφής σιγουριά, αφού βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους που τον εκτιμούσαν και αναγνώριζαν σ’ αυτόν όχι τον εισηγητή του Υπουργείου αλλά τον ποιητή, δεν ήταν για τους προισταμένους του αρκετή τιμωρία. Θα υποστεί ακόμη μια μεθοδευμένη τιμωρία ,  για τη μη έγκαιρη , δήθεν, εμφάνισή του στην υπηρεσία που αποσπάστηκε , παράπτωμα που τιμωρείται με την ποινή του “προστίμου ίσου προς τας αποδοχάς δέκα ημερών”. Η οργή του Καρυωτάκη για την αδικία αποτυπώνεται καθαρά σε γράμμα που στέλνει στους δικούς του στις 23- 3- 1928: “Η υπομονή μου εξηντλήθη, και βλέπω ότι δεν εξαρτάται πια από μένα να μείνω σ’ αυτό το Υπουργείο, στο οποίο για να σταθεί κανείς, πρέπει να είναι αρκετά παλιάνθρωπος”. Όποιος έχει χρηματίσει δημόσιος υπάλληλος κι έχει βρεθεί στη θέση του ανίσχυρου μπροστά στην πάνοπλη κρατική εξουσία κι έχει δει την τύχη του να ταλανίζεται ανάμεσα σε διατάξεις, νόμους, και παραγράφους, μπορεί να νιώσει βαθιά τον Καρυωτάκη. Το πρόβλημα βέβαια τελικά δεν είναι της καθημερινής πρακτικής στο χώρο της Δημόσιας Διοίκησης- η παχυδερμία της είναι δεδομένη- αλλά όσων εξακολουθούν να διαθέτουν λεπτεπίλεπτους δείκτες που ξαφνιάζονται και αντιδρούν ρεαλιστικά. Ο Καρυωτάκης δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα. Οι γωνιές όπου όλοι βόλευαν χωρίς πολλά προβλήματα τις συνειδήσεις τους, ήταν αποπνικτικές για το στενόχωρο αυτό άνθρωπο, που έβλεπε παράλληλα πως ήταν μάταιο να καμωθεί τον Ηρακλή μπροστά σε μια Λερναία Ύδρα ακαταμάχητη. Ο ρόλος που του ταίριαζε ήταν του Δον Κιχώτη που σκόνταφτε πάνω στη λογική και στα ραβδιά των άλλων, μ’ ένα όνειρο στην άκρη του κονταριού και τον Σάντσο δίπλα του να επαναλαμβάνει : ‘Δε σ’ τόλεγα;”. Oι ανεμόμυλοι βέβαια είναι ανεμόμυλοι, αλλά αν δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα φυγής, ο ομφάλιος λώρος με τον κόσμο έπρεπε να κοπεί: “Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,/ σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,/θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,/ απλό στοιχείο, ελεύθερο , γενναίο”.
Πριν επιχειρηθεί η μεγάλη έξοδος όμως, ο ποιητής, τη μέρα που τελειώνει η απόσπασή του στην Πάτρα, στις 13-7-1928, φεύγει για το Παρίσι. Από κει στέλνει γράμμα στον αδελφό του για να μην παραλείπει να τον  ενημερώνει για τις εξελίξεις στο Υπουργείο. “Το Παρίσι”, σημειώνει ο Σακελλαριάδης, “δεν του ‘κανε την εντύπωση που περίμενε. Ξανάρχισε και κει, όπως παντού σαν έφευγε μακριά από την Αθήνα, να νοσταλγεί τη ζωή της και να μη βρίσκει κανένα θέλγητρο μακριά απ’ αυτή”. Η είδηση περί μετάθεσής του στην Πάτρα δεν τον ξάφνιασε, απλά τον λύπησε και πάλι ο τρόπος τιμωρίας υπαλλήλου αναπολογήτου, χωρίς να κινηθούν οι νόμιμες διαδικασίες , κυρίως γιατί το αδίκημα δεν μπορεί να αποδειχτεί. Ούτε όμως υπάρχει κανένα επίσημο έγγραφο που να αναφέρεται σε μετάθεση στην Πάτρα- αντίθετα, υπάρχει απόφαση στις 21-4-1928 για μετάθεση στην Πρέβεζα- αποδεικνύοντας και το ανπίσημο της πληροφορίας, αλλά και την ύπαρξη ισχυρής παρέμβασης που άλλαξε τις προθέσεις του Συμβουλίου προκρίνοντας τελικά τη δυσμενέστερη τοποθέτηση του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα, που ισοδυναμούσε με καταδίκη σε εξορία. Η μετάθεση δημοσιοποιείται στο ΦΕΚ 80/24-5-1928, ο Καρυωτάκης την άλλη μέρα καλείται με επίσημο έγγραφο να επιστρέψει στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου λόγω λήξης της απόσπασης στην Πάτρα, ενώ την επομένη, 26-5-1928, του ανακοινώνεται η απόφαση μετάθεσής του στην Πρέβεζα μετά από ακρόαση (και πιθανή σύγκρουση;) με τον Υπουργό. H σκληρή και ανυποχώρητη στάση του Υπουργείου, είναι εύγλωττη απόδειξη για το πόσο εκείνη η ακρόαση σταθεροποίησε το χάσμα αντί να το γεφυρώσει. Δε μένει τίποτα άλλο για τον Καρυωτάκη από το να φορτώσει το μπαούλο του για την Πρέβεζα.
 Πριν φύγει όμως επισκέφτηκε την Πολυδούρη στην “Σωτηρία”. Εκείνη τον δέχτηκε στο σαλόνι. Νιώθοντας στο θερμό σφίξιμο του χεριού του, στο χαμόγελο, στη συγκρατημένη συγκίνησή του , στη μορφή του, την απέραντη λύπη και επιείκια, ίσως και τον τρόμο μπρος στα αποστεωμένα μάγουλα της Μαρίας, εκείνη τρόμαξε, δεν θα άντεχε τον οίκτο του. Με την παγερή συμπεριφορά της παίζει μια φορά ακόμη την κωμωδία της δυνατής κι αρνιέται τη συγνώμη της συμπεριφοράς του. “Μια αιώνια παρεξήγηση”, γράφει η Ζωγράφου, “να τι θα μείνει πάντα ανάμεσά τους. Μια μοιραία αλυσίδα παρανοήσεων και παρεξηγήσεων που θα τους χωρίζει στις πιο δύσκολες στιγμές και ακριβώς, όταν θα ‘χουν περισσότερη ανάγκη ο ένας τον άλλον”. Τότε της έδωσε και την τελευταία του συλλογή “Ελεγεία και Σάτιρες”, σημαδεμένη στη σελίδα όπου υπήρχε το τραγούδι: “Ένα ξερό δαφνόφυλλο”. Εκείνη μετά τη συνάντησή τους γράφει το περίφημο ποίημά της “Γυρισμός”:
 “Ήρθες! Ήρθες! Πλημμύρισε η χαρά μου/ κι η λαχτάρα με σφίγγει να με πνίξει.
Ήρθες, όσο κι αν μάκρυνεν ο χρόνος,/ ο ίδιος χρόνος την πόρτα σούχει ανοίξει”. Και τελειώνει:
“’Τώρα πια όπως άλλοτε, δε θέλω/ εύοσμα ΄’ανθη απ’ τα νεανικά σου χέρια.
Είμαι σεμνή. Με κάθαρεν η αγάπη/ απ’ τα στολίδια, δες, μ’ έγδυσε πλέρια”. Σ’ εκείνον βέβαια που δεν κατάλαβε τίποτα από όλα αυτά, η τελευταία τους συνάντηση θα του αφήσει βαθιά πικρία, χάνοντας ακόμη περισσότερα κρατήματα ψυχής. Εκείνη θα το νιώσει με τη διαίσθησή της και θα γίνει μια νευρική, ανυπόφορη άρρωστη, με την αγωνία και την προσδοκία μιας καταστροφής να ωριμάζουν μέσα της.
Η άφιξη του Καρυωτάκη στην Πρέβεζα πρωτοκολλείται δεόντως, ενώ έχει προστεθεί η χειρόγραφη σημείωση: “Ανέλαβε την 20 Ιουνίου…”. Από τη μέρα αυτή ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης του Γεωργίου δε θα πασχολήσει πια την υπηρεσία, έμενε μόνο να σημειωθεί ανέμελα πάνω στο φάκελό του η ένδειξη “απεβίωσεν 1928”. Γιατί ο ποιητής, φεύγοντας για την Πρέβεζα, είχε πια φτάσει “από εκατό δρόμους στα όρια της σιγής’ κι είχε πατήσει στο κεφαλόσκαλο της σκάλας για τον κάτου κόσμο, εκέι όπου “δεν απέδρα πάσα οδύνη και στεναγμός”, αλλά διαιωνίζονται εσαεί οι εγκόσμιες ανισότητες: (“Όταν κατέβουμε…”)
 “Kι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipoθα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν Cricket οι οπαδοί σου”.
Στην Πρέβεζα θα αποκρούσει κάθε πρόσκληση για παρέα,, περιγράφει με το γνωστό του σαρκασμό τους μη αρτιμελείς συναδέλφους του, αν και παραδέχεται πως “είναι καλότατοι άνθρωποι κι αυτοί και όλοι οι άλλοι φουκαράδες που στεγάζονται στο ίδιο με μένα άσυλο”. Δεν είναι πρόθεσή του η διακωμώδηση, είναι ο οίκτος που τον πλημμυρίζει για κείνους αλλά και για τον εαυτό του, γιατί συμμετέχει στα δεινά τους, για τα ποία ευθύνεται το περιβάλλον και όχι οι ίδιοι. Μακριά από την πνευματική ζωή της Αθήνας , τον πονάει η απραξία, τον τρελαίνει: “Σκέπτομαι να  εγκατασταθώ μονίμως  σ’ ένα καφενείο. Πρόκειται να γίνω δέντρο”, γράφει στον ξάδελφό του. Κανείς δεν υποψιάζεται πως είναι ποιητής, δεν διαχωρίζει τη θέση του, τη στάση του, εκεί βράζει με όλους στο ίδιο καζάνι. Για να αποφύγει την στατικότητα και παθητικότητα του καφενείου – όπως συνηθίζουν οι κάτοικοι μετά τη δουλειά – καταφεύγει στους “λυσσαλέους περιπάτους στην παραλία, όπου θα δει μια μοναδική φορά τη νάρκη ν’ αποτινάζεται, καθώς το σημαιοστολισμένο πλοίο θα προκαλέσει το ανήσυχο πέρα δώθε του . Ποιος νά ΄ρχεται άραγε; Ο κύριος Νομάρχης ή ο κύριος Γενικός Διοικητής; Μα κι άλλα ερωτήματα τον τρώνε: “Υπάρχω;” λες, κι ύστερα: “ δεν υπάρχεις!”. Μετά από την τελεσίδικη αυτή απάντηση, τίποτα πια δεν έχει νόημα, ακόμη και μετά από μια μικρή “Αισιοδοξία”:
“Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει / στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου”.
“ Ας υποθέσουμε πως είμαστε εκειπέρα, /σε χώρες άγνωστες της Δύσης του Βορρά.”
“Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει/ από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής,
κι ας τραγουδήσουμε, το τραγούδι να μοιάσει/νικητήριο σάλπισμα, ξέσπασμα κραυγής-
τους πυρρούς δαίμονες, στα έγκατα της γης, /και ψηλά, τους ανθρώπους να διασκεδάσει.” Ξέρει πως είναι φενάκη αυτή η αισιοδοξία, μια υπόθεση μόνο, βρίσκεται πια στο πρώτο σκαλοπάτι για “εκεί κάτου”: “Oταν κατέβουμε τη σκάλα, τι θα πούμε/ στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,αυστηροί γνώριμοι, αόριστοι φίλοι, /μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτά τους χείλη;” Ο θάνατος είναι μια απόλυτη βεβαιότητα, τόσο που να περιγράφει τον άλλο κόσμο και να σαρκάζει το Θεό για τη “φρικαλέα κωμωδία” της αντιφατικής δημιουργίας του.
Ο Καρυωτάκης αρνείται τη συμμετοχή του στο στημένο παιγνίδι της ζωής, μια ευτυχία  στηριγμένη σε  ψευδαισθήσεις, αφού η κραυγαλέα αντίφαση ανάμεσα στα λόγια και τα έργα είναι , δυστυχώς όρος του παιχνιδιού. Θα μπορούσε βέβαια να δεχθεί μοιρολατρικά το ρόλο του: “ Bέβαια! Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαιδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ, παφ-, “έχετε λίγη σκόνη”, να ειπώ, κύριε Άλφα”. Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνία, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θά’ χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά ,και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: “Αχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα…”(“ Κάθαρσις”)
Η “Κάθαρσις είναι ένα από τα πιο μεστά και σφύζοντα πεζά του Καρυωτάκη. Γράφτηκε κατά πάσα πιθανότητα στην Πρέβεζα, όπου αναφέρεται το δεύτερο μέρος του και είναι από τα τελευταία λογοτεχνικά κείμενά του. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1938 από χειρόγραφο που δε βρέθηκε αργότερα στα κατάλοιπά του. Ολόκληρη η πρώτη του ενότητα αποτελεί ένα ξέσπασμα οργής και θυμού. Αποτελεί επίσης έντονη καταγγελία σχετικά με συγκεκριμένη κατάσταση που επικρατούσε στο Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως και της οποίας είχε προσωπική εμπειρία. Επομένως ήρθε η ώρα να εκδηλωθεί, να βγάλει από μέσα του όλες εκείνες τις τραυματικές εμπειρίες που τον στοίχειωναν. Στην τελευταία πρόταση “Με ηύρε η νύχτα…” υποδηλώνει την αμετάκλητη απόφαση να θέσει τέρμα στη ζωή του, πράγμα που δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Η εξωτερίκευση αυτή θα δράσει απολυτρωτικά για τον ποιητή, θα αποτελέσει ένα είδος κάθαρσης, όπως διόλου τυχαία αναφέρει και ο τίτλος. Μπρος του προβάλλει ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος της σπείρας και της παραεξουσίας, στην αρμοδιότητα του οποίου έχει περιέλθει η αποκατάσταση των άστεγων και ανέργων προσφύγων. Με αυτό το μηχανισμό, όχι μόνο αρνήθηκε να συμπράξει, αλλά και διεχώρισε τη θέση του ο Καρυωτάκης.
Στην κραυγή του “Κανάγιες”, εκδηλώνεται όλη του η αποστροφή που τώρα μετατρέπεται σε μανία εκδίκησης: “Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω την πνοή που θα σας σαρώσει”. Το κείμενο του Καρυωτάκη εδώ σημειώνει μια αξιοπρόσεκτη καινοτομία: βλέπει διέξοδο και αισιοδοξεί σε ανατροπή της κατάστασης, επομένως ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον. Έχει παρατηρηθεί πως η άκρα καταπίεση και διαφθορά είναι πολλές φορές παράγοντες ευεργετικοί, γιατί οδηγούν τα άτομα και τους λαούς στη συνειδητοποίηση της δεινής τους κατάστασης και από κει και πέρα τα ίδια τα πράγματα, σχεδόν νομοτελειακά, κατευθύνουν μια ώρα γρηγορότερα στην αναζήτηση λύσης. Πρόκειται λοιπόν για ένα πεζό , όχι με υποκειμενικό χαρακτήρα, αλλά για μια κοινωνική πραγματικότητα με έκδηλο ρεαλιστικό χαρακτήρα. Ο Καρυωτάκης είναι ρεαλιστής στα πλαίσια του κριτικού ρεαλισμού, που χαρακτηρίζει και άλλους συγγραφείς, που χωρίς να διαρήξουν τις σχέσεις τους με την κοινωνία, όπως ο Βάρναλης, όμως δεν συμβιβάστηκαν μαζί της. Εκείνος, μια λύση βλέπει πια, τη νιώθει, την κουβαλά μαζί του και  προσπαθεί να συμφιλιωθεί μαζί της μη τυχόν και το αναβάλει, γιατί μόνο ο θάνατος του μένει.

 

Το τελευταίο μέρος του αφιερώματος στον Καρυωτάκη θα το διαβάσετε εδώ

 

.

Advertisements

One thought on “Κώστας Καρυωτάκης: Αφιέρωμα από την Αλεξάνδρα Κωστάκη Β’

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s